ΑΠΟΨΕΙΣ

H πολυπολιτισμικότητα ως πρόκληση

Παρίσι, 30.10.2020. Μουσουλμάνοι εξέρχονται από τζαμί μετά την προσευχή της Παρασκευής. Σημαντικοί Ευρωπαίοι ηγέτες διαχωρίζουν τους ισλαμιστές τρομοκράτες από το κύριο σώμα των μουσουλμάνων. «Να μην πέσουμε στην παγίδα να συγχέουμε τα θέματα, καταδικάζοντας όλους τους μουσουλμάνους», είπε ο Μακρόν.

Τα σοφά λόγια του προέδρου Ρούζβελτ, το 1933, είναι μια διαρκής υπόμνηση της στωικότητας που πρέπει να διακρίνει τους πολίτες μιας δημοκρατίας: «Το μόνο πράγμα που πρέπει να φοβόμαστε είναι ο ίδιος ο φόβος». Ο φόβος θολώνει τη σκέψη και παραλύει τη δράση. Το γνωρίζουμε από την καθημερινή μας ζωή. Το βλέπουμε σε κάθε μεγάλη κρίση.

Αν, προσπαθώντας να αντιμετωπίσουν την ισλαμιστική τρομοκρατία, οι ευρωπαϊκές δημοκρατίες ενδώσουν στον φόβο, θα ενεργήσουν απερίσκεπτα: δεν θα κάνουν τις απαραίτητες λεπτές διακρίσεις, θα προσφύγουν σε αρχετυπικές προκαταλήψεις και θα δυσχεράνουν την ομαλή κοινωνική συμβίωση. Ο φόβος που γεννάει η τρομοκρατία παράγει χονδροειδή πολιτικό λόγο. Στην Ελλάδα, ο Τάκης Θεοδωρόπουλος δεν διστάζει να αυτοχαρακτηρισθεί «ισλαμόφοβος», με ό,τι αυτό συνεπάγεται, ενώ η Σώτη Τριανταφύλλου κατασκευάζει έναν ισλαμικό αχυράνθρωπο για να τον καταρρίψει (το Ισλάμ είναι μια «δυστοπική, σεχταριστική, ολοκληρωτική ιδεολογία που εχθρεύεται τη μόρφωση»). Στη Γαλλία, ο δήμαρχος της Νίκαιας ζήτησε αλλαγές στο σύνταγμα που θα διευκολύνουν τον «πόλεμο» στην τρομοκρατία. Η φονική βία που χαρακτηρίζει την τρομοκρατία προσφέρεται να περιγραφεί με το λεξιλόγιο του «πολέμου». Σχεδόν πάντα, όμως, η υιοθέτησή του υποδηλώνει διανοητική νωθρότητα.

Ευτυχώς, σημαντικοί Ευρωπαίοι ηγέτες είναι πιο προσεκτικοί. Διαχωρίζουν τους ισλαμιστές τρομοκράτες από το κύριο σώμα των μουσουλμάνων. «Να μην πέσουμε στην παγίδα να συγχέουμε τα θέματα, καταδικάζοντας όλους τους μουσουλμάνους» είπε, σε μια εντυπωσιακή ομιλία του, πριν από τη φρικτή δολοφονία του δασκάλου Σαμιέλ Πατί από τζιχαντιστή, ο πρόεδρος Μακρόν. Παρόμοια ήταν η δήλωση του Αυστριακού καγκελάριου Κουρτς, μετά την πρόσφατη τρομοκρατική επίθεση στο κέντρο της Βιέννης. Και οι δύο θέλουν, φρόνιμα, να αποφύγουν τον στιγματισμό της μουσουλμανικής κοινότητας.

Οι δικές μας ευθύνες

Με το διανοητικό βάθος που τον διακρίνει, ο Μακρόν πάει παραπέρα. Σε επιστολή του στους Financial Times (4/11/20) αναγνωρίζει τα επιτεύγματα του ισλαμικού πολιτισμού και διακρίνει το «ισλαμικό» από το «ισλαμιστικό». Στην ομιλία που προανέφερα, αναδεικνύει τα «τραύματα» του «αποικιακού παρελθόντος» και αναδέχεται τις ευθύνες του γαλλικού κράτους για την γκετοποίηση των φτωχών μουσουλμάνων μεταναστών. Ενώ επικρίνει, φυσικά, τον «ισλαμιστικό αυτονομισμό», ομολογεί ότι συνέβαλε και το κράτος στη θραύση του κοινού λόγου που πρέπει να συνέχει μια δημοκρατική κοινωνία («εμείς οι ίδιοι χτίσαμε τον δικό μας αυτονομισμό»). Υπογραμμίζει την αξία της «κοσμικότητας» (: της θρησκευτικής ελευθερίας και του ανεξίθρησκου κράτους), που συνιστά τα θεμέλια της Γαλλικής Δημοκρατίας, ανακοινώνοντας, συγχρόνως, μέτρα για τη ρύθμιση της λειτουργίας και στήριξης του οργανωμένου Ισλάμ.

Οσο και να σκλήρυναν οι θέσεις του προέδρου Μακρόν μετά τη δολοφονία Πατί, δεν θα τον ακούσετε ποτέ να αποδοκιμάζει την «πολυπολιτισμικότητα». Γνωρίζει ότι η πολυπολιτισμικότητα συνιστά εμπειρική πραγματικότητα – τόσο υπαρκτή όσο τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Σου αρέσει δεν σου αρέσει, υπάρχει· ζεις μαζί της. Το καίριο πολιτικό ερώτημα είναι: πώς ζεις; Πώς μπορεί ο μουσουλμάνος πολίτης να νιώθει και μουσουλμάνος και πολίτης μιας κοσμικής, φιλελεύθερης χώρας; ‘Η, όπως το θέτει ο Μακρόν, πώς μπορούμε «να χτίσουμε μια μορφή του Ισλάμ στη χώρα μας συμβατή με τις αξίες του Διαφωτισμού»;

Αυτά είναι τα δύσκολα ερωτήματα που αποφεύγουν οι ισλαμόφοβοι. Στιγματίζουν συλλήβδην τους μουσουλμάνους, ταυτίζοντάς τους με τους τζιχαντιστές – συγχέουν το «ισλαμικό» με το «ισλαμιστικό». Οι συντηρητικές αντιλήψεις μουσουλμανικών οικογενειών για την εκπαίδευση των παιδιών τους θεωρούνται, υπόρρητα, ότι δυνητικά υποθάλπουν την τρομοκρατία. Τέτοιοι ισχυρισμοί απο-καλύπτουν βαθιά προκατάληψη.

Αντίστοιχα, συντηρητικές αντιλήψεις συναντώνται μεταξύ θεμελιωτιστών χριστιανών και ορθόδοξων Εβραίων στην Αμερική. Η θρησκειοποιημένη συνείδηση ρέπει στον συντηρητισμό, χωρίς ο τελευταίος να υποθάλπει την τρομοκρατία. Οπως αρκετοί μουσουλμάνοι στη Γαλλία θέλουν να διαμορφώσουν «μουσουλμανική προσωπικότητα» στα παιδιά τους, κάτι αντίστοιχο θέλουν όσοι Εβραίοι και χριστιανοί στις ΗΠΑ στέλνουν τα παιδιά τους σε θρησκευτικά σχολεία. Η ισορροπία είναι λεπτή και εύθραυστη: αφενός οι πολίτες είναι ελεύθεροι να νοηματοδοτούν τη ζωή τους, αφετέρου να το πράττουν εντός του κοινού λόγου που συνέχει τους θεσμούς της Δημοκρατίας.

Θρησκευτικότητα

Πώς εξηγείται, τότε, η επίκληση του Ισλάμ από τρομοκράτες; Η κρατούσα αντίληψη είναι ότι υπάρχει το «ριζοσπαστικό» και το «μετριοπαθές Ισλάμ», και ότι το πρώτο ευθύνεται για την τρομοκρατία. Πρόκειται για απλοϊκή διχοτομία, γράφει ο Ολιβιέ Ρουά, διακεκριμένος μελετητής του πολιτισμικού Ισλάμ (βλ. «Η τζιχάντ και ο θάνατος», Πόλις, 2017). «Δεν υπάρχουν μετριοπαθείς θρησκείες, παρά μόνο μετριοπαθείς πιστοί».

Αυτή η διάκριση είναι σημαντική διότι μετατοπίζει την προσοχή από την αφηρημένη θρησκεία των ιερών κειμένων στη θρησκευτικότητα – τον τρόπο που βιώνει ο πιστός τη θρησκεία· τις πρακτικές μέσω των οποίων κατασκευάζει την υπερβατικότητα.

Γνωρίζουμε, λ.χ., από έρευνες ότι οι τζιχαντιστές συνήθως δεν ασκούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα. Εχοντας μελετήσει εκατοντάδες περιπτώσεις, ο Ρουά παρατηρεί ότι η ριζοσπαστικοποίησή τους απαντά σε δεύτερης γενιάς μετανάστες και προσήλυτους. Γι’ αυτούς, η θρησκεία δεν είναι πολιτισμικά ριζωμένη, όπως ήταν για τους γονείς τους. Ανασυνθέτουν φαντασιακά μια θρησκεία χωρίς πολιτισμικά-κοινωνικά σημεία αναφοράς – η θρησκεία μετατρέπεται αφενός σε εξέγερση κατά της ταπεινωμένης γενιάς των γονέων τους, αφετέρου σε χιλιαστική ιδεολογία. Η αποσύνδεση της θρησκείας από την ευρύτερη κουλτούρα, σε συνθήκες εκκοσμίκευσης, καθιστά τη θρησκεία αλλόκοτη, γεγονός που προσελκύει όσους νέους επιζητούν μια στάση ρήξης. Ο Ρουά μιλάει για «ισλαμοποίηση» της ριζοσπαστικότητας, διακρίνοντας πολλά κοινά σημεία με την ακροαριστερή εκδοχή της. Δεν παράγει το Κοράνι την ισλαμιστική τρομοκρατία, όπως δεν παρήγαγε το Ευαγγέλιο την Ιερά Εξέταση. Αλλο η πίστη, άλλο οι πιστοί – τα ιερά κείμενα προσλαμβάνονται από τους πιστούς σε κοινωνικά και πολιτισμικά συμφραζόμενα. Η «αναγωγιστική» γλώσσα, παρατήρησε ο Μακρόν, είναι απλοϊκή – αναζητεί εύκολες αιτίες σε σύνθετα προβλήματα. Πρέπει να έχουμε το κουράγιο και να υπερασπίσουμε τη φιλελεύθερη δημοκρατία και να αναγνωρίσουμε την αξία διαφορετικών πολιτισμών. Το πρώτο μάς είναι οικείο – το κάναμε με τις ολοκληρωτικές ιδεολογίες. Το δεύτερο είναι πιο δύσκολο – απαιτεί σεβασμό, διαρκή διάλογο και τη διάθεση οι συνομιλητές να διευρύνουν την αυτοκατανόησή τους.
 
* Ο κ. Χαρίδημος Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και ερευνητής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Warwick.