ΑΠΟΨΕΙΣ

Πρώτο βήμα σε μακρύ δρόμο

Το τεστ κοπώσεως στο οποίο υποβάλλεται η δημοκρατία στις ΗΠΑ δεν έληξε με τις εκλογές. Παρά τη νίκη του ενωτικού Τζο Μπάιντεν και τις δηλώσεις του για την ανάγκη επούλωσης των πληγών, οι δυνάμεις της διάλυσης παραμένουν ισχυρές – αυτές που οδήγησαν στην εκλογή Τραμπ και ενισχύθηκαν τα χρόνια της προεδρίας του. Πάνω από 71 εκατ. άνθρωποι ψήφισαν Τραμπ σε αυτές τις εκλογές, ο ίδιος ξεκίνησε ανένδοτο δικαστικό αγώνα εναντίον του αποτελέσματος, κορυφαίοι Ρεπουμπλικανοί διστάζουν να καταδικάσουν τη συμπεριφορά και τα ψεύδη του. 

Την ίδια ώρα, μεταξύ των Δημοκρατικών άρχισε έντονη συζήτηση για το εάν το κόμμα πρέπει να κρατήσει κεντρώα πορεία ή εάν θα ακολουθήσει τον δρόμο που χαράζουν τα νεότερα μέλη-ακτιβιστές. Το ερώτημα είναι εάν η κοινωνία και οι θεσμοί θα μπορέσουν να εξασφαλίσουν νέες ισορροπίες, που θα συμπεριλαμβάνουν ανθρώπους που σήμερα δείχνουν ότι δεν μπορούν να συνυπάρξουν.

Οι Ρεπουμπλικανοί πρέπει να σκεφτούν εάν θα συνεχίσουν να πορεύονται με τον Τραμπ ή εάν αυτή η σχέση θα τους προκαλέσει ζημία. Ο Τραμπ μόλις εξασφάλισε περισσότερες ψήφους απ’ οποιονδήποτε υποψήφιο πρόεδρο των Ρεπουμπλικανών (ο Μπάιντεν κέρδισε με το ρεκόρ των 75,5 εκατ.). Η ακραία συμπεριφορά του απερχόμενου προέδρου, όμως, μπορεί να βρίσκει απήχηση στους πιο ακραίους οπαδούς του, αλλά αποξενώνει ψηφοφόρους που τοποθετούνται προς το κέντρο. Την ώρα που στο Κογκρέσο εξελέγησαν άνθρωποι με ακραίες θέσεις (έως και οπαδός της επικίνδυνης συνωμοσιολογίας των QAnon), η χάραξη πορείας γίνεται ακόμη πιο πολύπλοκη. Εάν οι Ρεπουμπλικανοί διατηρήσουν την πλειοψηφία τους στη Γερουσία, θα μπορούν να εμποδίζουν την πολιτική του προέδρου σε καίρια ζητήματα. Η συνέχιση ή μη αυτής της εξουσίας θα κριθεί από τις επαναληπτικές εκλογές που θα γίνουν τον Δεκέμβριο στην πολιτεία της Τζόρτζια για δύο θέσεις στη Γερουσία που σήμερα κατέχουν Ρεπουμπλικανοί. Διατήρηση της πλειοψηφίας σημαίνει ότι οι Ρεπουμπλικανοί θα μπορούν να αυξομειώνουν την ένταση στην πολιτική αντιπαράθεση όπως τους βολεύει. Ετσι, ίσως αναβληθεί το αναγκαίο ξεκαθάρισμα για το μέλλον του κόμματος. 

Ο νέος πρόεδρος και η πλειοψηφία των Δημοκρατικών στη Βουλή καλούνται να διαχειρισθούν μια χώρα στη δίνη επικίνδυνων εντάσεων μεταξύ κοινωνικών και πολιτικών ομάδων. Ο Τραμπ εκμεταλλεύθηκε πολλά ρήγματα για να συσπειρώσει τους οπαδούς του, εκμεταλλευόμενος αισθήματα υπεροχής, αλλά και φόβου. Με την αμφισβήτηση του αποτελέσματος, επιχειρεί ακόμη μία ρήξη – μεταξύ όσων αποδέχονται το αποτέλεσμα και όσων το θεωρούν προϊόν νοθείας. Οταν πολλοί Αμερικανοί ήδη αμφισβητούν την αυθεντία ειδικών, τα μέσα ενημέρωσης και την «ελίτ»· όταν οι θεωρίες συνωμοσίας έχουν βρει γόνιμο έδαφος· όταν το μίσος εκφράζεται ελεύθερα· η τακτική του Τραμπ μπορεί να προκαλέσει έκρηξη. Μετά τις 20 Ιανουαρίου, ο νέος πρόεδρος, τα στελέχη της κυβέρνησής του και η ηγεσία των Δημοκρατικών καλούνται να αναμετρηθούν όχι μόνο με την κατάσταση στη χώρα, αλλά και με έναν «εμφύλιο» στις τάξεις του κόμματος, μεταξύ κεντρώων του «κατεστημένου» και της νέας γενιάς, που εκπροσωπεί τις πολλές αλλαγές στην κοινωνία. Ηδη άρχισε συζήτηση σε έντονους τόνους για το εάν ο ακτιβισμός έβλαψε το κόμμα στις εκλογές για τη Γερουσία και τη Βουλή ή εάν η διάθεση για πιο έντονη πολιτική δράση υπέρ μειονοτήτων και κατά της αστυνομικής βίας το ευνόησε. Το γεγονός ότι μέλη της «αριστερής» πτέρυγας όχι μόνον επανεξελέγησαν στη Βουλή αλλά αυξήθηκε ο αριθμός τους, δείχνει ότι η συζήτηση για το μέλλον του κόμματος θα είναι δύσκολη και το αποτέλεσμα απρόβλεπτο. 

Ο Τζο Μπάιντεν μπορεί να θέλει να παρουσιάσει ένα πρόγραμμα που θα εμπνεύσει και θα ενώσει πολίτες που σήμερα δεν ανέχονται ο ένας τον άλλον, το ερώτημα, όμως, είναι εάν θα έχει τη δύναμη και το όραμα για να δημιουργήσει ένα ισχυρό πολιτικό κέντρο ώστε να λυθούν και αρκετά από τα προβλήματα που προκαλούν ένταση μεταξύ ομάδων και ευνοούν την ανάπτυξη ακραίων θέσεων. Στις ΗΠΑ, σήμερα, η ανασφάλεια και ο φόβος παίζουν αποφασιστικό ρόλο στην πολιτική. Η ηγεσία των Ρεπουμπλικανών βλέπει ότι οι δημογραφικές αλλαγές είναι εις βάρος του κόμματος, με αποτέλεσμα να επιχειρούν με νομικούς και νομικίστικους τρόπους να ενισχύσουν τη θέση τους και να εμποδίσουν τους αντιπάλους τους. Οι Δημοκρατικοί, από την άλλη, θέλουν να εκπροσωπήσουν αυτούς που αδικούνται, ωστόσο χωρίς να αποξενώσουν μέλη της μεγάλης κεντρώας δεξαμενής ψηφοφόρων, που κρίνει το αποτέλεσμα εκλογών. Για να υπάρξουν συμβιβασμοί, πρέπει να υπάρξει εμπιστοσύνη μεταξύ των μελών των μειονοτήτων, αλλά και της πλειοψηφίας, ότι η μία πλευρά δεν θα απειλεί την άλλη. 

Αυτό απαιτεί αίσθημα δικαιοσύνης και πνεύμα συνεργασίας, από τα υψηλότερα αξιώματα έως τους πολίτες. Η έλλειψη εμπιστοσύνης στους θεσμούς και η καχυποψία μεταξύ πολιτών προϋπήρχαν του Τραμπ. Αυτός, όμως, πολλαπλασίασε τις εντάσεις και υπονόμευσε κάθε θεσμό για να εξυπηρετήσει τα δικά του συμφέροντα. Αυτό επιδιώκει και σήμερα. 

Το έργο του διαδόχου του μπορεί να μοιάζει αδύνατο. Η εκλογή του Μπάιντεν, πάντως, είναι το πρώτο βήμα στον μακρύ δρόμο προς την επανόρθωση.