ΑΠΟΨΕΙΣ

Να μην αφήσουμε κανέναν πίσω!

Χρειαζόμαστε ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο, μια συμφωνία αλληλεγγύης, για να περάσουμε τη φάση της πιο βίαιης και επώδυνης αναδιάρθρωσης της οικονομίας που θα ξεκινήσει μέσα στο πρώτο 6μηνο του 2021, χωρίς να εγκαταλείψουμε βαριά τραυματίες και αιχμαλώτους της απόγνωσης στο πεδίο της μάχης. Τάσεις που αργοσέρνονταν εδώ και χρόνια και 10ετίες, υπό την ασφυκτική πίεση των παρενεργειών της COVID-19 θα ξεσπάσουν χωρίς αναστολές και θα ξαναγράψουν τον επιχειρηματικό χάρτη σε μια ριπή ιστορικού χρόνου. Ετσι γίνεται πάντα: Τα προβλήματα σωρεύονται, οξύνονται, περιπλέκονται, η κρίση επωάζεται επί μακρόν, αλλά όταν ωριμάσει, ξεσπά σαρωτικά και ακαριαία (έτσι, για να θυμόμαστε, συνέβη στα τέλη της 10ετίας του 1970, με τις προβληματικές επιχειρήσεις). Αυτή η ώρα πλησιάζει.

Μέχρι σήμερα, έχει απλωθεί ένα κρατικό πέπλο προστασίας στην οικονομία. Τα δημοσιονομικά μέτρα και τα μέτρα ρευστότητας, ύψους 12 δισ. ευρώ, που ενεργοποιήθηκαν το δεύτερο και το τρίτο 3μηνο, περιόρισαν τον αντίκτυπο της πανδημίας. Κατά το δεύτερο 3μηνο, τα κεφάλαια από τα κρατικά ταμεία πρόσφεραν ώθηση 6 ποσοστιαίων μονάδων στο ΑΕΠ, εξαιτίας αυτής της κρατικής στήριξης η ιδιωτική κατανάλωση εμφάνισε αξιόλογη ανάκαμψη, οι συνολικές αμοιβές εργασίας αυξήθηκαν παρά τη μείωση της απασχόλησης και η (τυπική) ανεργία έμεινε συγκρατημένη στο 16,9%. Οπως σε άλλες χώρες, έτσι και στην Ελλάδα, τα κυβερνητικά μέτρα απορρόφησαν μεγάλο μέρος του πλήγματος από τις παρενέργειες της COVID-19 σε οικονομία και απασχόληση.

Και δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι ο κ. Σταϊκούρας όχι μόνο θα δώσει κι άλλες (μη) επιστρεπτέες προκαταβολές σε μικρομάγαζα και επιχειρήσεις, αλλά θα κάνει ό,τι μπορεί για να αναστείλει την πληρωμή φορολογικών και άλλων υποχρεώσεων σε βάθος χρόνου –σε 3, 4 ή 5 χρόνια. Ωστόσο, αυτά τα εργαλεία, σταδιακά, με αργούς ρυθμούς, πάντως τελειώνουν. Αφετέρου, όταν κάποια στιγμή διακοπεί η κρατική βοήθεια, θα φανεί ότι πολλές μικρές επιχειρήσεις που ανέπνεαν αυτήν ως τεχνητό πνεύμονα, απλώς, δεν μπορούν να επανέλθουν. Από τις 700.000 μικρές επιχειρήσεις, οι 200.000 δεν θα ξανανοίξουν – ξάφνιασε ο υπολογισμός που κατέγραψα την περασμένη Κυριακή. Ομως, γι’ αυτήν την πραγματικότητα πρέπει να προετοιμαστούμε. Δεν δημιουργήθηκε αιφνιδίως. Ωρίμαζε επί χρόνια. Η COVID-19 είναι ο ισχυρός επιταχυντής.

Οι δυνάμεις του ανταγωνισμού εκτοπίζουν μονάδες με μικρότερη παραγωγικότητα και ωθούν σε συγκέντρωση και συγκεντροποίηση της οικονομικής δραστηριότητας, σε ισχυρές και πιο παραγωγικές μονάδες – επιπλέον, η ψηφιακή τεχνολογία επιταχύνει αυτή τη διαδικασία. Αλλά ο σαρωτικός χαρακτήρας των αλλαγών στον χάρτη της αγοράς προσδίδεται κυρίως από μια ελληνική παθογένεια: Ενα αρχιπέλαγος μικρών, δήθεν επιχειρήσεων, που επιβίωναν από τη φοροδιαφυγή και την εισφοροδιαφυγή, μεταπρατικές, έξω από κάθε γραμμή παραγωγής, ανάχωμα στα εργασιακά δικαιώματα και εμπόδιο στην ανάπτυξη υψηλού επιπέδου μισθωτής εργασίας. Οι άνεμοι της κρίσης θα σαρώσουν αυτό το αρχιπέλαγος. Ηταν προδιαγεγραμμένο: Οι αλλαγές είτε θα γίνονταν με σχέδιο και κατεύθυνση, είτε βάναυσα. Δεν συνέβη το πρώτο, θα συμβεί το δεύτερο.

Σε μια τέτοια άμεση προοπτική βίαιων προσαρμογών, με διάρκεια και έντονες αναταράξεις, είναι ανάγκη να ληφθεί πρόνοια για την προστασία του κόσμου της εργασίας. Το ζήτημα δεν είναι να προστατευθούν οι μη βιώσιμες θέσεις εργασίας, είναι να προστατευθούν οι άνθρωποι της εργασίας, ώστε να βρουν νέες, καλά αμειβόμενες δουλειές. Χρειάζεται να αναπτυχθεί ένα ισχυρό δίχτυ ασφαλείας για αυτούς και τις οικογένειές τους, με όλα τα διαθέσιμα εργαλεία και ικανούς πόρους. Με τη γενίκευση ενός επαρκούς ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος, με την αλλαγή μοντέλου του ΟΑΕΔ και με μελετημένα μαζικά προγράμματα επανεκπαίδευσης και επανειδίκευσης, με ειδικά προγράμματα φροντίδας για τα παιδιά και βελτίωση της ποιότητας πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Με «ό,τι πρέπει» να γίνει, για να περάσουμε μαζί, με αλληλεγγύη, στην άλλη πλευρά του χειμάρρου. Χωρίς να αφήσουμε πίσω κανέναν.