ΑΠΟΨΕΙΣ

Θαύματα και τραύματα

Μετά και τη δεύτερη καραντίνα οι κοινωνικές μετατοπίσεις είναι ορατές αλλά όχι ορισμένες. Είμαστε σε θέση να τις διαισθανθούμε αλλά όχι και να τις περιγράψουμε με ασφάλεια. Αναποδογύρισε ο κόσμος. Το «έξω» περιορίστηκε, το «μέσα» άλλαξε, μπορεί να διευρύνθηκε, μπορεί να ανακατεύτηκε με ενδοσκοπήσεις, αναγκάζοντας τον εαυτό να «κουνηθεί». Εκτός από την εμπειρική παρατήρηση υπάρχουν και οι δημοσκοπήσεις, όπως η νέα πανελλαδική έρευνα της «διαΝΕΟσις» που δημοσιεύεται σήμερα, για τις στάσεις και τις απόψεις των Ελλήνων για την πανδημία. Και αυτή τη φορά, όπως διαβάζουμε, επιβεβαιώνεται ότι η πανδημία έχει αλλάξει τον τρόπο που ζούμε. Το 65,1% δηλώνει ότι οι ζωές τους έχουν αλλάξει «πολύ» ή «πάρα πολύ» – και το ποσοστό φτάνει το 88% αν προστεθεί και το «αρκετά» (τον Σεπτέμβριο το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 73%).

Παράλληλα, πριν από λίγες ημέρες, δημοσιεύθηκε μια άλλη έρευνα από τη Long Lust η οποία χαρτογράφησε συναισθήματα («Κ» 15/12, ρεπορτάζ της Λίνας Γιάνναρου). Ενώ στο πρώτο lockdown τον περασμένο Μάρτιο διατηρούσαμε την ελπίδα και την ψυχραιμία μας, σήμερα τα κυρίαρχα συναισθήματα είναι: θυμός, φόβος, ανασφάλεια για τα οικονομικά, κούραση, στασιμότητα. Οι νεότεροι, μάλιστα (19-30 ετών) δεν νιώθουν φόβο ή θυμό, αλλά στασιμότητα και μοναξιά. Η πανδημία και το lockdown έχουν βάλει φρένο στα όνειρά τους. Είναι σαν να βρίσκονται σε χειμερία νάρκη, δεν μπορούν να κάνουν βήμα. Το μέρος της κοινωνίας, δηλαδή, που θα έπρεπε να έχει ορμή και να διεκδικεί την προοπτική μοιάζει να είναι παγωμένο. Κι αυτό είναι ίσως και το πιο ανησυχητικό. Αυτό το μεγάλο, παρατεταμένο «τώρα» όπου ο χρόνος επεκτείνεται εσωτερικά, χωρίς διαφυγές, με «φραγή» στις μετακινήσεις, στα ταξίδια, στην περιπέτεια.

Αν θα θέλαμε να συνοψίσουμε τα δεδομένα που επιλέξαμε –με τον κίνδυνο πάντα της αυθαιρεσίας– το συμπέρασμα θα ήταν ότι η κοινωνική χύτρα κοχλάζει και κανείς δεν μπορεί να προβλέψει αν θα προκαλέσει εκρήξεις ή αθόρυβες ζυμώσεις. Οι ρουτίνες –εργασιακές, οικογενειακές, προσωπικές– έχουν αλλάξει χωρίς να έχει αποκατασταθεί κάποιος σταθερός ρυθμός ο οποίος θα επέτρεπε συμπεράσματα. Οι δημοσκοπικές αποτυπώσεις είναι μια φωτογραφία της στιγμής, ενδεχομένως φλουταρισμένη, που το βλέμμα όμως εκείνου που απεικονίζεται δηλώνει τη διάθεσή του, και το τοπίο που τον περιβάλλει είναι ένα ισχυρό τεκμήριο για τον ερευνητή του μέλλοντος. Κανείς δεν μπορεί να μιλήσει κατηγορηματικά για την επόμενη μέρα, όταν το συστατικό στοιχείο των ζυμώσεων είναι ο φόβος: αυξάνονται οι νεκροί και τα κρούσματα, αυξάνεται και ο φόβος· εμφανίζονται τα εμβόλια, αναπτερώνεται η ελπίδα.

Τι γίνεται όμως με τις υπαρξιακές αναμοχλεύσεις, τόσο άβολες αλλά εξαιρετικά ωφέλιμες όπου κι αν εκβάλλουν. Τους «δαίμονες» που κανείς οφείλει να ξέρει πώς θα εξευμενίσει, τιθασεύσει, ανταμείψει. Είναι μια άσκηση διαρκής με το ίδιο ερώτημα «τι μετράει περισσότερο στη ζωή;». Οταν το 88% δηλώνει ότι η ζωή του έχει αλλάξει «πολύ» πώς το εννοεί; Τι περιλαμβάνει αυτή η αλλαγή; Τηλεργασία; Ο,τι αποκαλούσαμε έως σήμερα «εργασία» παίρνει σχήματα διαφορετικά, που μπορούν να εκτοξεύσουν έννοιες όπως καινοτομία αλλά και να διαλύσουν τον κοινωνικό ιστό. Τι θα υπερισχύσει σε αυτήν την άτυπη πάλη και –κυρίως– τι ρόλο θα διαδραματίσουν οι κυβερνήσεις, οι πολιτικές που θα εφαρμοστούν και οι ηγέτες εκείνοι που θα αναλάβουν να «περάσουν» τον κόσμο στην αντίπερα όχθη;

Ο ευάλωτος όσο και σκληρός πυρήνας της ύπαρξης δονείται. Δεν είναι η (μεγάλη) οικονομική επισφάλεια, επαγγέλματα που, όταν η πανδημία κοπάσει, θα έχουν εξαφανιστεί αλλά και οι σχέσεις των ανθρώπων, η επαφή που βρίσκεται σε λήθαργο, οι νέοι άνθρωποι που υποφέρουν από «στασιμότητα και μοναξιά». Από τη μια, το τοπίο μοιάζει με ταπετσαρία, που δεν πάει παρακάτω· από την άλλη, διακρίνεται ένα συναρπαστικό καινούργιο σύμπαν σε πεδία όπως η επιστήμη και η τεχνολογία. Μπροστά από την επιφάνεια της οθόνης υπάρχει, ακόμα, ένας κόσμος αχαρτογράφητος, στιβαρός, παλλόμενος, γεμάτος ιδέες και συναισθήματα. Κι αυτός, ξεκλειδώνει μέσα στην καραντίνα. Οταν ανοίξουν οι πόρτες, θα συναντηθούν ρυάκια θαυμάτων και τραυμάτων.