ΑΠΟΨΕΙΣ

Σύντομο χρονικό μιας θυμωμένης δεκαετίας

Το σημαντικότερο, ίσως, γεγονός της δεκαετίας που πέρασε είναι ότι για πρώτη φορά η Ελλάδα κινδύνευσε να αποβληθεί από την Ευρώπη. Πολλοί από εμάς οραματίζονταν μια θεαματική έξοδο. Στην πραγματικότητα, όμως, οργανώναμε μια ατιμωτική αποβολή. Την οργάνωνε ο συλλογικός θυμός μας. Εως το 2015, το εφιαλτικό εκείνο εξάμηνο της διαπραγμάτευσης και του δημοψηφίσματος, αν δεν ήσουν θυμωμένος, δεν ήσουν Ελληνας. Στην καλύτερη περίπτωση σε κοίταζαν σαν παράξενο, στη χειρότερη σε βάφτιζαν «γερμανοτσολιά».

Ο παλιός δικομματισμός, που είχε βολέψει τη δημοκρατία για τόσες δεκαετίες, είχε καταρρεύσει με πάταγο πνίγοντας τον αέρα στη σκόνη της ανεπάρκειας, της δειλίας, της έλλειψης φαντασίας και οράματος. Η πολιτική ελίτ ήταν θυμωμένη με την κοινωνία και η κοινωνία θυμωμένη με την πολιτική ελίτ. Ολοι εναντίον όλων και όλοι εναντίον της Ευρώπης. Το αίσθημα του αδικημένου, που μας κυνηγάει εκ γενετής, είχε οργώσει τον δημόσιο χώρο τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Για μια ακόμη φορά στην Ιστορία μας μάς είχαν αδικήσει. Είναι η μοίρα μας. Πώς να μην είσαι θυμωμένος;

Από αυτή την άποψη, ο έρπης του κ. Τσίπρα υπήρξε σωτήριος. Είχε μπει στην αίθουσα με ένα συντριπτικό «όχι» στην Ευρώπη και βγήκε με ένα σεμνό «ναι». Δύσκολο να εξηγήσεις πολιτικά πώς, παρά την περίφημη κυβίστηση, κατάφερε να κερδίσει ξανά την εμπιστοσύνη των ψηφοφόρων. Το φαινόμενο γίνεται κατανοητό αν λάβεις υπόψη σου την παράμετρο «θυμός». Το «όχι» λειτούργησε σαν ασφαλιστική δικλίδα του θυμού που είχε σωρευτεί από την «αγανάκτηση» των προηγούμενων ετών. Ο θυμός ξεθύμανε και ήθελαν να επιβραβεύσουν τον πολιτικό που τους βοήθησε να ξεθυμάνουν, να φωνάξουν, να βγάλουν το άχτι τους.

Θα μπορούσα να χαρακτηρίσω τη δεκαετία, εκτός από θυμωμένη, και φωνακλάδικη. Οι «Αγανακτισμένοι» φώναζαν στην πλατεία σαν ήρωες της «Ιλιάδας» πριν μπουν στη μάχη. Και η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ λειτούργησε σαν απολογητής της υστεροφημίας τους. Ο Τσίπρας ήταν ο αοιδός τους. Λίγο πιο κακότεχνος από τον Ομηρο, αλλά τι να κάνεις. Πορεύεσαι με ό,τι έχεις.

Σήμερα πια, κανείς στην Ελλάδα δεν σκέφτεται τη σύγκρουση με την Ευρώπη. Εκτός, εννοείται, από τους συνήθεις αλλοπαρμένους. Και όσους, επειδή ενδιαφέρονται για το παρόν και το μέλλον της Ευρώπης, ανησυχούν για την αποτελμάτωσή της και την ανεπάρκεια των δικών της ελίτ. Κυρίως, δε, ανησυχούν για την πολιτισμική της υπόσταση και την κοινωνική της συνοχή.

Ω, τι σύμπτωση. Τη χρονιά που κινδυνεύσαμε να αποβληθούμε από την Ευρώπη ζήσαμε με τον πιο δραματικό τρόπο την ανικανότητά της να διακρίνει την απειλή του μεταναστευτικού. Τότε ήταν προσφυγικό ως επί το πλείστον. Με τα χρόνια έγινε αποκλειστικά μεταναστευτικό. Εκεί η Ελλάδα πλειοδότησε. Η Ευρώπη, διά στόματος Μέρκελ, άνοιξε τα σύνορά της. Η Ελλάδα, διά στόματος Τσίπρα, τα κατήργησε. Με αποτέλεσμα η Ευρώπη να του υπενθυμίσει ότι υπάρχουν, κλείνοντας τα δικά της σε όσους μετανάστες προσπαθούσαν να τα περάσουν από την Ελλάδα. Τις συνέπειες τις ζούμε ακόμη και σήμερα. Και θα συνεχίσουμε να τις ζούμε. Η καταστροφή των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου και του κέντρου της Αθήνας θα μας συνοδεύσουν και στη νέα δεκαετία.

Γιατί χαρακτηρίζω τη δεκαετία θυμωμένη; Γιατί δεν τη βαφτίζω δεκαετία των μνημονίων; Τα μνημόνια ανήκουν στο παρελθόν. Και ελπίζω να μείνουν εκεί. Ο θυμός, όμως, είναι ένα πάγιο χαρακτηριστικό της συλλογικής μας συμπεριφοράς. Τη σκέψη την αναπτύσσω στο τελευταίο μου δοκίμιο: «Τα πρώτα 200 χρόνια είναι δύσκολα». Και επιμένω σε αυτό, διότι πιστεύω ότι αναλώσαμε τόση ενέργεια για τη θεραπεία του, με αποτέλεσμα να αμελήσουμε την επεξεργασία του μέλλοντός μας.

Σήμερα εγκαινιάζεται το εορταστικό έτος. Ξέρουμε πώς ζήσαμε. Ξέρουμε όμως πώς θέλουμε να ζήσουμε από εδώ και πέρα; Πώς θέλουμε την Ελλάδα μας για τα επόμενα, αν όχι 200, τουλάχιστον 20 χρόνια; Εδώ μας θέλω.

Καλή μας χρονιά.