ΑΠΟΨΕΙΣ

Εγγύτης εξ αποστάσεως

Εγγύτης εξ αποστάσεως

Γιορτάζοντας μια επέτειο σαν του Εικοσιένα μπορεί να χάσουμε τον χρόνο μας ενθυμούμενοι, μπορεί και να δημιουργήσουμε νέον, να μεγαλώσουμε μ’ άλλα λόγια την απόσταση από το αρχικό γεγονός και να το θεωρήσομε από την σκοπιά της προοπτικής στην οποία εκείνο μας ανοίγει. Σ’ αυτήν την περίπτωση αντί να περιγράφουμε και να σχολιάζουμε τα διατρέξαντα, αναζητούμε κριτήρια που μας ταξιδεύουν σε καινούργιο χρόνο, υιοθετούμε ένα είδος ερμηνευτικής μαιευτικής η οποία αναγεννά ξεγεννώντας. Η απλή αναπόληση των συμβάντων της επαναστάσεως νερώνει τους χυμούς της ζωής, ενώ η προοπτική να τα συλλογιστούμε στην συνειδητή ή ασυνείδητη ελπίδα που τα γέννησε μας φέρνει πιο κοντά στην ουσία και σημασία τους. Αφ’ ης στιγμής όλα γίνονται για το μέλλον, είναι άγονο να επικεντρώνεται κανείς αναμνηστικά στο παρελθόν· αξίζει να το προσπελάζει κριτικά υπό το πρίσμα μιας όσο το δυνατόν μεγαλύτερης αποστάσεως. Το Εικοσιένα θα προσφέρει εάν το διαβάσουμε ξεκινώντας από το σημείο αυτοπραγματώσεως στο οποίο βρισκόμαστε σήμερα, διακόσια χρόνια μετά. Ανοδος στο παρελθόν από δυο αιώνων μέλλον. 

Χαρακτηριστικό γνώρισμα της εθνικής μας βιωτής θεωρώ την διαχρονικά επαναλαμβανόμενη ανατροπή της ισορροπίας λόγου και συναισθήματος υπέρ του δευτέρου, που συμπαρασύρει την αίσθηση του μέτρου και υποδαυλίζει τον παραλογισμό. Εάν η αυστηρή λογική οδηγεί σε καθολικής μορφής ενότητες, τον παραλογισμό εκφράζουν οι εφηρμοσμένες μερικότητες επιλογών με αναξιοκρατικά κριτήρια δεσμών τόπου, αίματος, συμφερόντων, μιας πολιτισμικής, θα έλεγα, αδιαφορίας για το γενικό καλό, σαν εκείνη του μικρού παιδιού. Πρόκειται για αγκύλωση του χαρακτήρα και του τρόπου δομική και σ’ αυτήν θα επιμείνω.

Το ευκαιριακό και άκοπο των ευχαριστήσεων που κυνηγούμε και η σπατάλη φαιάς ουσίας στην ευκολία που αυτό συνεπάγεται, το προβάδισμα των σκοπιμοτήτων έναντι των αρχών που μας κατευθύνει και η κουλτούρα της ακινησίας και της κλεισούρας στην μερικότητα, μας παρέχουν ασφάλεια. Ταυτόχρονα δίνουν την πρωτοκαθεδρία στο συναίσθημα, πράγμα το οποίο μας κάνει να σκεπτόμαστε με την λαχτάρα της καρδιάς, δυσκολεύοντας την ψυχική μας ενηλικίωση και περαιτέρω την τελεσίδικη μετάβαση από την προνεωτερική συνθήκη στη νεωτερική, που στηρίζεται στην κριτική δύναμη του ανεπτυγμένου λόγου, πρόξενου της κινήσεως και της αλλαγής. Η διελκυστίνδα προνεωτερικού και νεωτερικού δημιουργεί αβεβαιότητα ταυτότητος (ανήκω στην οικογένεια ή στον εαυτό μου;), αστάθεια, δυσπιστία και αρνητισμό συνοδευόμενο από φοβίες, εμπάθειες και ιδεοληπτικό ενθουσιασμό ή μηδενισμό. Σ’ αυτήν την περίπτωση το μέλλον επαναλαμβάνει το παρελθόν αντί να ελευθερώνει δυνατότητες. Με απλά λόγια δεν έρχεται, αν δεν το προκαλέσομε. 

Ο Ελληνας μοιάζει με μικρό παιδί συναισθηματικά ανεξέλεγκτο. Στα σκληρά πλαίσια της οικογένειας εσωτερικεύει την μητρική εικόνα και την γαλουχία ως νοοτροπία του «άλλοι φροντίζουν για εμάς». Η θυσιαστική αδυναμία της μητέρας τον κάνει αυταρχικό με τους δικούς του και καλοσυνάτο με τους τρίτους, καθώς «μέσα» έχει επιβεβαιωμένη στην αγάπη της την εικόνα του, ενώ «έξω» πρέπει να την κερδίζει διαρκώς. Εδραιώνεται έτσι μια κακή σχέση με τον εαυτό μας, η οποία χειροτερεύει στην παρεπόμενή της δυσπιστία και αντιπαλότητα, υποδαυλίζοντας ταυτόχρονα ρήξεις με την πραγματικότητα από κοινού με μεγαλομανίες και διωκτικά σύνδρομα, ελαυνόμενα από χαμηλή αυτοεκτίμηση. Μ’ αυτόν τον τρόπο ζούσε το «πριν» και στο «μετά», απολαμβάνοντας ένα παρόν ασάλευτο στην όαση των καφενείων. Ο χρόνος μας παράγει παθητικότητα, που για να κάνει κάτι τις αδράνειές της καταφεύγει στα τελετουργικά, εξωραΐζει δηλαδή την αμεταβλησία των πάντων με αποπετρωμένους στερεότυπους συμβολισμούς (στάσεις εργασίας, καταλήψεις, πορείες Πολυτεχνείου κ.τ.ο.). 

Σε συλλογικό επίπεδο βιώνουμε τον παιδισμό μας κυριότατα ως δραματικά μειωμένη συνείδηση του δημοσίου χώρου (καθαρό σπίτι, βρώμικοι δρόμοι) και ως ιδιαίτερη δυσκολία να οικειοποιηθούμε τη μεγάλη κατάκτηση της νεωτερικότητος: Το κράτος ως πολιτικό εγγυητή της κοινωνικής συνοχής, με πυλώνες τους θεσμούς του. Αντ’ αυτού επιλέξαμε την οικοδομή ενός κράτους-περιτυλίγματος προνεωτερικών ηθών και πρακτικών θεμελιούμενο στην κομματική φαγωμάρα και την διαφθορά, που δικαιολογούμε ως χαριστική ανοχή απέναντι στον «ταλαίπωρο» εαυτό μας. 

Προϊόν τούτης της «εξελίξεως» αποτελεί το παρασιτικό πελατειακό κράτος, στην υπηρεσία του μερικού και όχι του γενικού συμφέροντος, και η συνακόλουθη αδυναμία να εσωτερικεύσουμε την ανάγκη μιας συναινετικής εθνικής πολιτικής, καθώς προτεραιότητα συνήθως αποτελεί η ηδονή της εξουσίας, με βαρύ τίμημα την τοξικότητα του δημοσίου βίου. Η ψυχική υποτίμηση του κοινού συμφέροντος ευνοεί την ανάπτυξη μιας αδιαφορίας εν είδει αναβλητικότητος και κατ’ επέκτασιν την υποκατάσταση της ιδεολογίας στην θέση της συνειδήσεως. Η πνευματική επένδυση σε φαντασιώσεις που αντικαθιστούν μέσα μας την πραγματικότητα μετατρέπεται γρήγορα σε νοοτροπία. Τα είδωλά τους μεταβάλλονται σε αυτοματισμούς, σε αντιλήψεις και εθισμούς οι οποίοι υπαγορεύουν μαζί με τις πεποιθήσεις και συμπεριφορές ανηλίκου που επιζητεί όλοι να υπηρετούν τυφλά την εξάρτησή του από εκείνους. 

Μπορεί μετά το 1974 να εκδημοκρατήθηκαν οι θεσμοί, όχι όμως και οι νοοτροπίες. Τον παραδοσιακό πελατειασμό ολοκλήρωσε ο συντεχνιασμός ως πολιτικός πολιτισμός δικαιωμάτων χωρίς καμμία υποχρέωση, ο οποίος οδήγησε τη χώρα σε πτώχευση και την ωθεί σε παρακμή. Αυτό θα ήταν αδύνατο χωρίς την διαστροφή των εννοιών, που ακολούθησε την κατάρρευση της δικτατορίας, με πολλή θριαμβολογία, αλλά με ιδεολογική περιφρόνηση κάθε αυτογνωρισμού. Το αίτημα του εθνικού αναστοχασμού κατέπνιξαν οι ιαχές της Μεταπολιτεύσεως, παραμένει ωστόσο αναγκαίος όρος κάθε ανατάξεως, μαζί με την αποκατάσταση της σημασίας των λέξεων. Αίφνις η δημοκρατική ισότης όταν παραβλέπει, έως υποβλέπει, την φυσική ανομοιότητα, είναι μοιραίο να καταλήξει σε αναξιοκρατία και η δημοκρατία να καταντήσει το προνομιακό καθεστώς των ανευθύνων και παθητικών, αντί του πολιτεύματος των υπευθύνων και δημιουργικών ανθρώπων. 

Δεν περιγράφω μαζοχιστικά κάποιο τελεσίδικο ιστορικό αδιέξοδο. Επισημαίνω πως η ασθένεια εκ των κάτω μπορεί να θεραπευθεί εκ των άνω. Η διάθεση της κυβερνήσεως, η οξύτητα της ελληνοτουρκικής εντάσεως, η συγκυρία της εξόδου από την πανδημία, η επέτειος του 1821, συνιστούν πρακτικά και συμβολικά ευκαιρία για να ενεργοποιηθούν η πολιτική, οικονομική και πνευματική ηγεσία της χώρας στην προοπτική της εθνικής ανατάξεως. Φάρμακο υπάρχει και μάλιστα αποτελεσματικό: Να πράττουμε και το δυσάρεστο, το δύσκολο, το απαιτητικό και να αξιολογούμαστε, αντί να παραδιδόμαστε στην κατανάλωση φαντασιακών επιθυμιών, να μας καταπίνουν τα οράματα και να μένουμε έτσι μονίμως παιδιά. Η ευφυΐα αποκοιμιέται με την φαντασίωση, αλλ’ αφυπνίζεται με την δυσκολία. Και υπάρχει πολύ, στους αγώνες αιώνων για την επιβίωση ως υπέρβαση, θησαυρός φυλαγμένος στην γλώσσα. 

Αν η παραίτηση από την ανάπτυξη ηθικών και υλικών δυνάμεων οδηγεί στην παρακμή, ως ενέργεια προς τα κάτω, ακμή φέρνει η πράξη εν ονόματι της ζωής. Μας διδάσκει να βαστάζομε σεβαστικά την αληθινή εικόνα του εαυτού μας, να κατορθώνουμε ισορροπία λόγου και αισθήματος, να καλλιεργούμε με ευαισθησία το συναίσθημα, ώστε να μην ξεφεύγει σε απαθή αδιαφορία. Είμαστε συναισθηματικοί και συγχρόνως αδιάφοροι, ίσως επειδή η αγάπη για τις ιδέες είναι ανώδυνη, ενώ η αγάπη για τον άλλο είναι οδυνηρή. 

Κατεπείγει μια στρατηγική διαλεκτική της ενδοχώρας και της θάλασσας με αιχμή την τελευταία. Η θάλασσα δεν είναι απλώς φυσικό στοιχείο ισχυρό· είναι κυρίως πεδίο οικουμενικής επικοινωνίας, δοκιμαστήριο ευφυΐας και διακινδυνεύσεως, άνοιγμα οριζόντων και απελευθέρωση δυνατοτήτων. Ελευθερώνω δυνατότητες σημαίνει: Εμπλουτίζω και αλλάζω την πραγματικότητα αλλάζοντας και ο ίδιος-ενηλικιούμενος. Επομένως ζητούμενο δεν είναι πρωτίστως το κατά τα άλλα πολύ σημαντικό οικονομικό· είναι η καλλιέργεια της περιχωρητικής ευαισθησίας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, εις βάρος της συναισθηματικής πολώσεως, ο αναπροσανατολισμός από το επωφελώς λειτουργικά καλύτερο, στο καθολικότερο μιας συνθετικής ενέργειας προς τα άνω. Αυτό όμως είναι άλλη ιστορία. 
 
* Ο κ. Στέλιος Ράμφος είναι συγγραφέας.