ΑΠΟΨΕΙΣ

Μεγάλες προσδοκίες και απαιτήσεις

Μεγάλες προσδοκίες και απαιτήσεις

Υπάρχουν δύο εύκολες αντιδράσεις τις οποίες προκαλεί η αγανάκτηση για τις μακρές διακοπές ρεύματος, νερού και συγκοινωνιών σε διάφορες περιοχές της χώρας, λόγω των χιονοπτώσεων. Η πρώτη εύκολη αντίδραση είναι η απόδοση προσωπικής ευθύνης στους κυβερνώντες και η δεύτερη η απόδοση ευθύνης, πιο αόριστα, στο προσωπικό και στην οργάνωση του Δημοσίου. Πράγματι, ανεξάρτητα από το ποιος κυβερνά και κατά πόσο ευθύνεται, μακροχρόνιες αδυναμίες ως προς την οργάνωση, τις υποδομές και τον σχεδιασμό δράσης του Δημοσίου δεν διορθώνονται εύκολα. Οποιεσδήποτε μεγάλες, σύνθετες, σύγχρονες οργανώσεις, δημόσιες ή ιδιωτικές, δεν προσαρμόζονται γρήγορα σε εξωτερικές προκλήσεις. Ισχύει η μεταφορά ότι ένα μεγάλο καράβι δεν στρίβει εύκολα. Και τα σύγχρονα κράτη, ιδίως τα υπερσυγκεντρωτικά, όπως το ελληνικό, αργούν να ανταποκριθούν σε αιφνίδια, σύνθετα προβλήματα.

Οι αντιδράσεις ωστόσο οφείλονται και στο ότι ο πήχυς των προσδοκιών που έχουν οι πολίτες από το κράτος έχει τεθεί, με ευθύνη διαδοχικών κυβερνήσεων, πολύ υψηλά. Oι υψηλές προσδοκίες οφείλονται όχι μόνο σε κυβερνητικές υποσχέσεις, αλλά και σε πραγματικές βελτιώσεις στην οργάνωση και στη λειτουργία του Δημοσίου, όχι μόνο πρόσφατα, αλλά σε βάθος χρόνου. Τέτοιες βελτιώσεις χρονολογούνται τουλάχιστον από την ίδρυση του ΑΣΕΠ (1994) και των Κέντρων Εξυπηρέτησης Πολιτών (ΚΕΠ, 2002) έως την ψηφιοποίηση των νέων υπηρεσιών προς τους πολίτες, οι οποίες τον Φεβρουάριο του 2021 έφτασαν τις 1.119 (www.gov.gr). Ωστόσο, οι βελτιώσεις αφενός δημιουργούν τη λάθος εντύπωση ότι σύντομα όλα θα λειτουργούν καλύτερα, αφετέρου μας κάνουν να ξεχνάμε, ως πολίτες αυτής της χώρας, το πατροπαράδοτο άτυπο σώμα γνώσεων για τις σχέσεις διοίκησης – πολιτών.

Οι πράγματι πολλές, μικρές, ευχάριστες εκπλήξεις του πολίτη όσον αφορά την καλύτερη και ταχύτερη εξυπηρέτησή του, χάρη σε ψηφιοποιημένες διαδικασίες (π.χ. ηλεκτρονική συνταγογράφηση), δεν έχουν συνοδευθεί από κάποιο μεγάλο ποιοτικό άλμα στις σχέσεις διοίκησης – πολιτών. Οι πολίτες διεκπεραιώνουν μεν ευκολότερα πολύ περισσότερες υποθέσεις μόνοι τους, χωρίς «φυσική επαφή» με τις δημόσιες υπηρεσίες, αλλά οι «σταθερές» του συστήματος σχέσεων διοίκησης – πολιτών δεν φαίνεται να αλλάζουν μέχρι στιγμής.

Οι «σταθερές» αυτές είναι άτυπες γνώσεις πολιτών και επιχειρήσεων, στην Ελλάδα, αλλά και σε άλλες χώρες με συγκρίσιμη ιστορική διαδρομή. Περιλαμβάνουν τη βεβαιότητα της διάψευσης υποσχέσεων που έχουν δοθεί από επίσημα χείλη, την έγνοια να κανονίσει κανείς τις υποθέσεις του προτού αλλάξουν (ξανά) οι ισχύουσες ρυθμίσεις και την υποψία ότι η παροχή υπηρεσιών προς τον πολίτη θα μπορούσε να γίνει καλύτερη και ταχύτερη, ειδικά και μόνο για τον ενδιαφερόμενο που τυχόν διαθέτει τις κατάλληλες «γνωριμίες».

Τέτοιες «σταθερές» δεν συνιστούν ελληνική ιδιομορφία. Σε κάθε κοινωνία, στο παρελθόν ή σήμερα, υπάρχει ένας πλούτος γνώσεων που δεν μεταδίδεται μέσα από τις τυπικές δομές της εκπαίδευσης (σχολεία, επαγγελματικές σχολές, πανεπιστήμια). Είναι άτυπες, εξειδικευμένες, αλλά πολύτιμες, γνώσεις που μεταδίδονται στους νεότερους κάποτε από τους γονείς τους, άλλοτε από φίλους και συναδέλφους και αφορούν κρίσιμα θέματα ιδίως για τους νεοφερμένους σε μια κοινότητα, σε ένα επάγγελμα ή σε έναν εργασιακό χώρο.

Ολα αυτά συναποτελούν την «τοπική γνώση», όπως την έχουν ονομάσει κοινωνικοί ανθρωπολόγοι (Clifford Geertz). Δεν πρόκειται για γνώση μόνο σχετικά με τοπικά ήθη και έθιμα, αλλά και για καθημερινές, κοινώς νοούμενες μορφές γνώσης, χρησιμότατες αν κάποιος προσπαθεί, π.χ., να κατανοήσει τον λόγο και τις πρακτικές της γραφειοκρατίας (Michael Herzfeld). Είναι γνώσεις οι οποίες αποκτούν νόημα σε συγκεκριμένο κάθε φορά πολιτισμικό πλαίσιο. Για παράδειγμα, σε ό,τι αφορά την εμπειρία επιχειρήσεων και πολιτών από τις συναλλαγές τους με τη δημόσια διοίκηση, αντανακλούν κυρίαρχους άτυπους κανόνες («νόρμες»), αναπαράγουν στερεότυπα και ανασημασιοδοτούν τον επίσημο κρατικό «λόγο».

Ετσι μαθαίνει κανείς, π.χ., στην Ελλάδα σήμερα, να μην πιστεύει σε υποσχέσεις και επιπλέον να περιμένει κάποιον αιφνιδιασμό εκ μέρους του κράτους. Τελετουργικά, όσο και προβλέψιμα, οι υποσχέσεις διατυπώνονται για να διαψευστούν, σε παράλογο βαθμό. Τι ανάγκη είχε, για παράδειγμα, το υπουργείο Υγείας, εν μέσω εξαιρετικά αβέβαιων διεθνών δεδομένων για την παραγωγή και διανομή εμβολίων, να ανακοινώσει επίσημα στις 18 Νοεμβρίου 2020 ότι, με την παραλαβή των εμβολίων κατά του κορωνοϊού, 1.018 εμβολιαστικά κέντρα σε όλη τη χώρα θα ξεκινούσαν να εμβολιάζουν περισσότερα από δύο εκατομμύρια συμπολίτες μας «τον μήνα»; Σήμερα πλέον οι εμβολιασμοί έχουν επιταχυνθεί πολύ, αλλά στο μεταξύ οι πολίτες υπερφορτώθηκαν με προσδοκίες. Ωστόσο, διεκδικητές της πρωτιάς στον διαγωνισμό δημιουργίας προσδοκιών μεταξύ των πολιτών είναι και ορισμένα κόμματα της αντιπολίτευσης. Παραδοσιακά, τα κόμματα αυτά, αφού παραθέσουν κάποιες πιθανές λύσεις σε διάφορα δημόσια ζητήματα, ως μόνιμη επωδό έχουν τις πρόσθετες προσλήψεις μόνιμων υπαλλήλων στο Δημόσιο. Και τούτο, ανεξάρτητα από το αν ένα ζήτημα θα επιλυόταν με τέτοιες προσλήψεις (π.χ. προβλήματα πρόληψης της διάδοσης ασθενειών, όπως του κορωνοϊού, πρόληψης των διακοπών ρεύματος κ.ά.).

Πάντως οι πολίτες δεν έχουν υπερφορτωθεί μόνο με προσδοκίες αλλά και με νέες απαιτήσεις. Απαιτείται απότομη, για πολλούς, εξοικείωση με τους υπολογιστές προκειμένου να διεκπεραιώσουν ψηφιακά τις υποθέσεις τους με το Δημόσιο. Απαιτούνται επίσης εγρήγορση και αποταμιεύσεις για νέες οικονομικές επιβαρύνσεις. Για παράδειγμα, ποιος ήταν ο πιεστικός λόγος ώστε, εν μέσω ύφεσης της οικονομίας και της κτηματαγοράς, να εφαρμοστεί ειδικά τώρα, από την 1η Φεβρουαρίου του 2021, η ηλεκτρονική ταυτότητα ακινήτου με βάση έναν προ τετραετίας ψηφισμένο νόμο (ν. 4495/2017); Η ταυτότητα αυτή είναι πλέον υποχρεωτική για οικοδομικές άδειες και μεταβιβάσεις ακινήτων (π.χ. αγοραπωλησίες, γονικές παροχές) και η έκδοσή της, αν πιστέψουμε τα σχετικά ρεπορτάζ, απαιτεί τουλάχιστον δέκα πιστοποιητικά (και νέες αμοιβές μηχανικών και τέλη). Οι πολίτες και οι επιχειρήσεις αναλαμβάνουν νέες υποχρεώσεις σε περίοδο πανδημίας κατά την οποία οι δημόσιες υπηρεσίες εκ των πραγμάτων υπολειτουργούν, καθώς, ανάλογα με την υπηρεσία, οι υπάλληλοι εργάζονται εκ περιτροπής στο γραφείο και στο σπίτι.

Για όσους εξεπλάγησαν από τέτοιες ανέφικτες υποσχέσεις και άκαιρες, βιαστικές κινήσεις, το μάθημα είναι προφανές. Πρέπει να ανακαλεί κανείς διαρκώς στη μνήμη του την «τοπική γνώση» που έχει αποκτήσει ανεπίσημα για το κράτος «του». Από το τι να περιμένει έως τι πρέπει να αποφεύγει.
 
* Ο κ. Δημήτρης Α. Σωτηρόπουλος είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ερευνητής του ΕΛΙΑΜΕΠ.