ΑΠΟΨΕΙΣ

Πώς θα φτάσουμε στο «Τους ζυγούς λύσατε»

Λένε ότι το βαθύτερο σκοτάδι είναι πριν από την αυγή. Οτι η δυσκολότερη περίοδος της πανδημίας θα είναι πριν από την οριστική της λήξη. Ηδη, το τρίτο κύμα παγκόσμια είναι διπλά φονικό από τις χειρότερες μέρες του Απριλίου. Γιατί γίνεται αυτό; Κάποιοι επικαλούνται τον χειμώνα ή τις μεταλλάξεις. Αλλοι προβάλλουν την κούραση και τις διοικητικές αστοχίες.

Ομως, υπάρχει και ένας δομικός λόγος. Εως τώρα, ισχυρά και ομοιογενή μηνύματα προέκυπταν μονοσήμαντα από την επιστήμη: «Πρόσεχε τον εαυτό σου και έτσι και τους άλλους». Οι προτεραιότητες ήταν εξίσου απλές: πρώτα η υγεία και μετά τα υπόλοιπα. Η έλευση και σταδιακή εξάπλωση εμβολίων, όμως, δυσχεραίνει τη διαχείριση του τέλους της πανδημίας.

Η εξέλιξη της πανδημίας εξαρτάται από ατομικές αποφάσεις. Πάντα υπάρχει ένα ιδιοτελές κίνητρο (προσέχω και προστατεύω τον εαυτό μου) και ένα αλτρουιστικό (προσέχω και προστατεύω τη γιαγιά μου / τον γείτονα / τον άγνωστο στο λεωφορείο). Από την αρχή της πανδημίας και έως σήμερα, καθώς αντίδοτο δεν υπάρχει, συγχρονίζονταν οι ιδιοτελείς και αλτρουιστικοί μηχανισμοί σε μια προτροπή: «Πρόσεχε και θα κάνεις καλό τόσο στον εαυτό σου, όσο και στη γιαγιά σου». Με όλες τις δυσκολίες, και παρά την κόπωση, το μήνυμα είναι απλό και ευθύγραμμο.

Από εδώ και πέρα δεν θα είναι έτσι. Βρισκόμαστε σε ενδιάμεση περίοδο όπου υπάρχει μεν εμβόλιο αλλά όχι συλλογική ανοσία. Αρα, για τους επόμενους μήνες, παράλληλα με τον εμβολιασμό, πρέπει να συνεχίσουν οι περιορισμοί και η προφύλαξη. Το εμβόλιο εξασφαλίζει σε αυτόν που εμβολιάζεται ανοσία – να αισθάνεται ατομικά άτρωτος. Παράλληλα, καθώς οι ευάλωτοι εμβολιάζονται, το κοινωνικό κόστος της πανδημίας σε θανάτους και επιπλοκές φθίνει. Στο μεσοδιάστημα που διανύουμε παραμένει ο κίνδυνος εξάπλωσης. Ετσι, όσοι βιάζονται να πετάξουν τις μάσκες, θα πρέπει, με κάποιο τρόπο, να πειστούν να συνεχίσουν να τις φοράνε. Οι εμβολιασθέντες θα πρέπει να συμπεριφέρονται σαν να μην είχαν εμβολιαστεί.

Η πολιτική διαχείριση στην Ελλάδα και στην Ευρώπη μπαίνει σε αχαρτογράφητα νερά. Θα πρέπει να τοποθετηθεί σε διλήμματα και να σταθμίσει επιδιώξεις σε θέματα που δεν έχουν εύκολη ούτε έτοιμη λύση. Αναφέρω πέντε:

Πρώτον, αν και το κίνητρο για να εμβολιαστεί κάποιος είναι η ελευθερία, αυτή θα μεταφραστεί σε απελευθέρωση πολύ αργότερα, όταν εξασφαλιστεί το ελάχιστο ποσοστό εμβολιασμού της ανοσίας της αγέλης. Η ατομική ελευθερία πρέπει να περιμένει τη συλλογική.

Δεύτερον, μια ταχεία πρόοδος από 5% κάλυψη του πληθυσμού σε 20% μπορεί να υπονομεύσει τη δυνατότητα να πάμε από 55% στο 70%, που θα είναι και το πιο καθοριστικό. Αυτό θα μπορούσε να προκύψει αν οι προτεραιότητες προδώσουν το περί δικαίου αίσθημα ή αν υποεκτιμηθεί η σοβαρότητα της πανδημίας. 

Τρίτον, η πιστοποίηση ανοσίας –μέσω ενός πιστοποιητικού εμβολιασμού– θα επιτρέψει την κατάκτηση της κανονικότητας μόνο αν αποφύγει τις συμπληγάδες του στιγματισμού.

Τέταρτον, η δυνατότητα επανεισαγωγής της επιδημίας θα θέσει επί τάπητος μια στρατηγική διεθνούς εμβολιαστικής αλληλεγγύης ως μέσο εσωτερικής προφύλαξης. Η καταπολέμηση της πανδημίας θα πρέπει να εξελιχθεί από μάχη στο εσωτερικό μιας χώρας σε μια επόμενη φάση, όπου το κρίσιμο πεδίο θα είναι το συλλογικό – διεθνές. 

Πέμπτον, η εξασφάλιση της νέας κανονικότητας απαιτεί την αποκαθήλωση της υγείας ως κεντρικό αποφασιστικό παράγοντα για να ανακτήσουν την παλιά προτεραιότητα η κοινωνία, ο πολιτισμός, η οικονομία. Η μεταβίβαση της σκυτάλης απαιτεί λεπτούς χειρισμούς και διαρκή διάλογο με την κοινωνία.

Σε αθλητικούς αγώνες, οι τελικές φάσεις (ή το endgame στο σκάκι) είναι συχνά οι πιο κρίσιμες. Το ποιος, πώς και πότε θα δώσει το πρόσταγμα «Τους ζυγούς λύσατε» είναι ίσως το σημαντικότερο ζήτημα διακυβέρνησης για την Ελλάδα, την Ε.Ε., τη διεθνή κοινότητα.
 
* Ο κ. Πλάτων Τήνιος είναι οικονομολόγος, αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς.