ΑΠΟΨΕΙΣ

Με σχέδιο και στον χιονιά

Μια νύχτα Δεκεμβρίου του 1998, συνέβη το εξής σπάνιο φαινόμενο στην Ουάσιγκτον. Η θερμοκρασία έπεσε απότομα στους 10 βαθμούς κάτω από το μηδέν, έπειτα από τρεις ημέρες συνεχούς βροχής. Τα μουλιασμένα κλαδιά των δέντρων πάγωσαν κι άρχισαν να σπάνε κατά χιλιάδες, παρασέρνοντας οτιδήποτε βρισκόταν στον δρόμο τους – δηλαδή τα καλώδια του ηλεκτρικού ρεύματος και του Ιντερνετ (που τότε ήταν κι αυτό στις κολόνες). Πάνω από 1,5 εκατομμύριο κάτοικοι της Ουάσιγκτον –μέσα σ’ αυτούς κι εγώ– βρέθηκαν χωρίς ρεύμα. Από το επόμενο πρωί, οι Αρχές δημιούργησαν μεικτά συνεργεία της ηλεκτρικής εταιρείας, του δήμου και της πυροσβεστικής, κινητοποίησαν εκατοντάδες εθελοντές και βγήκαν στους δρόμους για να διορθώσουν τις βλάβες. Πολύ γρήγορα, όμως, έγινε σαφές ότι η καταστροφή στο δίκτυο ήταν τόσο εκτεταμένη, ώστε η αποκατάστασή του θα απαιτούσε πολλές μέρες. Εκτίμηση που μετέφερε αμέσως στους πολίτες ο κυβερνήτης της πολιτείας, παρουσιάζοντας αναλυτικά τη ζοφερή πραγματικότητα. Η απογοήτευση ήταν μεγάλη, αλλά δεν άκουγες πουθενά γκρίνιες ή κατηγορίες κατά της κυβέρνησης, της εταιρείας ηλεκτρικού ρεύματος ή των τοπικών αρχόντων. Οι πολίτες αποδέχθηκαν τη νέα πραγματικότητα κι έσπευσαν μέσα σε λίγες ώρες να προετοιμάσουν τα απαραίτητα για τις μέρες της κακουχίας που είχαν μπροστά τους – ξύλα για το τζάκι, κονσέρβες, υπνόσακους, μπαταρίες και θερμάστρες κηροζίνης. Τις επόμενες μέρες (που άρχισε να χιονίζει κιόλας), η κακοτυχία και η κακή διάθεση για την αναπάντεχη αναστάτωση που νιώσαμε μετριάστηκε και μετατράπηκε σε σχεδόν ευχάριστη συλλογική εμπειρία. Σε μια ικανοποίηση που νιώθει ο καθένας όταν τα βγάζει πέρα με τα δύσκολα και βοηθάει και τον διπλανό του. Και όταν το ρεύμα επέστρεψε μία βδομάδα μετά τη διακοπή, μαζί με την ανακούφιση που νιώσαμε, είχαμε όλοι να διηγηθούμε μια ιστορία για εκείνη την περιπετειώδη εβδομάδα του «χοντρού κρύου».  

Οταν μια ολόκληρη μεγαλούπολη, σε ένα από τα πλουσιότερα και πιο πρωτοπόρα τεχνολογικά κράτη του κόσμου, όπου το χειμωνιάτικο χιόνι είναι καθημερινό φαινόμενο, βυθίζεται για μέρες στο σκοτάδι από έναν σφοδρό παγετό, είναι αναμενόμενο ένας πρωτόγνωρος χιονιάς σαν αυτόν που χτύπησε την Αττική πρόσφατα να προκαλέσει χάος σε μια απολύτως ασυνήθιστη στα χιόνια χώρα. Ομως οι ομοιότητες σταματούν εδώ. Οι Αμερικανοί δεν περιμένουν βοήθεια των κρατικών υπηρεσιών, ούτε στρέφονται κατά της τοπικής αυτοδιοίκησης και της κυβέρνησης. Εμείς, αντίθετα, είμαστε μαθημένοι να τα περιμένουμε όλα από το κράτος, ενώ η εκάστοτε αντιπολίτευση εκμεταλλεύεται παγίως όποια θεομηνία για να κερδίσει πολιτικά πόντους. Επιτίθεται στην εκάστοτε κυβέρνηση για την ανικανότητα και την αδράνεια της κρατικής μηχανής και των υπουργών που έμειναν με σταυρωμένα χέρια. Ακόμη κι αν οι υπουργοί (όπως έκανε ο Χρυσοχοΐδης κλείνοντας την Εθνική) έλαβαν όλα εκείνα τα μέτρα που έπρεπε να πάρουν για να μην κινδυνεύσει κόσμος.

Αλλά, πέρα από την ψυχοσύνθεσή μας και τον τρόπο πολιτικής αντιπαράθεσης, προκύπτει και μια άλλη τεράστια διαφορά αντιμετώπισης μιας καταστροφής από τους Ελληνες σε σχέση με τους Αμερικανούς. Εκείνοι –κράτος και πολίτες– έχουν μάθει να ζουν με ακραία καιρικά φαινόμενα (τυφώνες, χιονοθύελλες, μεγάλες φωτιές και πλημμύρες) και γι’ αυτό ακούν τις προειδοποιήσεις, γνωρίζοντας ότι αν δεν πάρουν τα απαιτούμενα μέτρα μπορεί να κινδυνεύσει ακόμη και η ζωή τους. Εμείς από την άλλη πλευρά –επειδή τα ακραία φαινόμενα σπανίζουν– δεν δίνουμε και μεγάλη σημασία στις προειδοποιήσεις και στους συναγερμούς. Χιονίζει και βγαίνουμε στην εθνική οδό χωρίς αλυσίδες κι όταν αρχίζουν οι ρόδες να γυρίζουν τρελά στον παγωμένο δρόμο, μας φταίνε οι άλλοι. Και η προετοιμασία των υπηρεσιών για να αντιμετωπίσουν μια έκτακτη κατάσταση παίρνει συχνά βαθμό κάτω από τη βάση – στον τελευταίο χιονιά, οι κάτοικοι των βορείων προαστίων, εκτός από ρεύμα, δεν είχαν και νερό. Γιατί τα αντλιοστάσια δεν είχαν γεννήτριες, και όσα είχαν δεν έπαιρναν μπρος διότι δεν είχαν πετρέλαιο ή δεν είχαν συντηρηθεί.

Ακόμη χειρότερο, αγνοούμε και τα βασικά της διαχείρισης κρίσεων. Προσέξτε: οι αμερικανικές Αρχές δεν προσπάθησαν να «χρυσώσουν το χάπι» στους πολίτες της Ουάσιγκτον καλλιεργώντας φρούδες ελπίδες ότι είναι θέμα ωρών να αποκατασταθεί η βλάβη. Εκεί μιλούσε ένας υπεύθυνος σε όλη τη διάρκεια της κρίσης και περιέγραφε τη σκληρή αλήθεια στους πολίτες για να λάβουν τα μέτρα τους και να «κάνουν τα κουμάντα τους». Στη δική μας περίπτωση, οι διάφοροι ανευθυνοϋπεύθυνοι των δήμων, του ΔΕΔΔΗΕ, αλλά και κάποιοι κυβερνητικοί, παρότι δεν είχαν ξεκάθαρη εικόνα της καταστροφής, μιλούσαν συνεχώς και έκαναν του κεφαλιού τους, ενώ όλοι προσπαθούσαν να ωραιοποιήσουν την κατάσταση: «Μη στενοχωριέστε, κάντε κουράγιο, όπου να ’ναι θα αποκατασταθούν οι βλάβες».