ΑΠΟΨΕΙΣ

Γεωστρατηγική και γεωοικονομική αναβάθμιση

geostratigiki-kai-geooikonomiki-anavathmisi

Παρότι στην πολιτική και στις διεθνείς σχέσεις δεν υπάρχουν ποτέ βεβαιότητες, οι ενδείξεις ολοένα και περισσότερο δείχνουν πως δεν πρόκειται να βρεθούν κοινά σημεία αναφοράς και αμοιβαία αποδεκτοί κώδικες συμπεριφοράς με τη σημερινή Τουρκία. Η Τουρκία, στο πλαίσιο της «διπλωματίας του πειθαναγκασμού» που εφαρμόζει, συναρτά την όποια ύφεση στις σχέσεις μας με την ικανοποίηση παράλογων απαιτήσεων και διεκδικήσεων από πλευράς της, θέτοντάς μας ενώπιον του εκβιαστικού διλήμματος: «κατευνασμός ή ένταση». Είναι σχεδόν βέβαιο πως μέχρι να πραγματοποιηθεί η πενταμερής για το Κυπριακό, η Τουρκία θα τηρεί μια αμφίσημη στάση, συντηρώντας ένα χαμηλό επίπεδο έντασης, χωρίς όμως να προβαίνει σε ακραίες ενέργειες που θα την εξέθεταν στη διεθνή κοινότητα. Μετά την πενταμερή και αναλόγως του πώς θα έχει διαμορφωθεί η κατάσταση, θα αναπροσαρμόσει τη στάση της.

Η χώρα μας δεν μπορεί να παραμένει εγκλωβισμένη στον αέναο κύκλο των τουρκικών προκλήσεων ούτε να συναρτά τις διεθνείς της σχέσεις με τις διαθέσεις και επιδιώξεις της Τουρκίας. Οι σχέσεις που έχουμε αναπτύξει με τις χώρες της περιοχής, η συμμετοχή μας στους ευρωατλαντικούς θεσμούς, η εμβάθυνση των σχΑέσεών μας με τις ΗΠΑ σε συνδυασμό με μια σειρά γεωπολιτικών και τεχνολογικών εξελίξεων, δημιουργούν τις προϋποθέσεις για τη γεωστρατηγική και γεωοικονομική μας αναβάθμιση. Να γίνουμε δηλαδή από μια περιφερειακή χώρα της Ε.Ε. που είμαστε σήμερα, μια «διαμεσογειακή δύναμη» που θα διασυνδέει την Ευρώπη με τη Βόρεια Αφρική και τη Μέση Ανατολή (όπως περιγράφει ο Αυστριακός καθηγητής Michaël Tanchum, στο εξαιρετικό κείμενο πολιτικής με τίτλο «Greece’s Rise as a Trans-Mediterranean Power: Greece’s Eastern Mediterranean strategic shift to Europe-to-Africa and Europe-to-Middle East connectivity» που εκπόνησε για λογαριασμό του ΕΛΙΑΜΕΠ). Για να υλοποιηθεί ένα τέτοιο μεγαλεπήβολο αλλά εφικτό σχέδιο, απαιτείται συντονισμός των πολιτικών με τις παραγωγικές δυνάμεις του τόπου και συνεργασία πολλών υπουργείων και όχι μόνο του Αμυνας με το Εξωτερικών.

Ο στόχος είναι η οργανική διασύνδεση της χώρας μας με τα νέα δίκτυα που δημιουργούνται σε Βόρεια Αφρική και Μέση Ανατολή. Η Ελλάδα λόγω γεωγραφικής θέσης μπορεί να γίνει διαμετακομιστικός κόμβος. Ηδη, η διασύνδεση του αγωγού TAP με Βουλγαρία και Σερβία αλλά και με το project του τερματικού σταθμού αποθήκευσης και επαναεριοποίησης (FSRU) της Αλεξανδρούπολης, λειτουργεί σε αυτή την κατεύθυνση. Ομως αυτό από μόνο του δεν είναι αρκετό για να αξιοποιήσουμε όλες τις δυνατότητες και να εκμεταλλευτούμε πλήρως τις προοπτικές που διανοίγονται. Ο αγωγός TAP π.χ., παρότι κατά το μεγαλύτερο μέρος του διέρχεται από τη χώρα μας, δεν εμπεριέχει καμία ελληνική συμμετοχή, μόνο διόδια! Για να αναδειχθεί σε «διαμεσογειακή δύναμη» η χώρα μας θα πρέπει να συμμετέχει με προστιθέμενη αξία στις αλυσίδες παραγωγής. Για να το πετύχει αυτό χρειάζονται σχεδιασμός, κεφάλαια και επενδύσεις ώστε να αξιοποιήσει στο έπακρο το οικονομικό και επιστημονικό της δυναμικό, τα γεωγραφικά πλεονεκτήματα της θέσης της και τις σχέσεις που έχει αναπτύξει με τις χώρες της περιοχής. Η ελληνική συμμετοχή στα δίκτυα αυτά θα καταστήσει τη χώρα μας πύλη εισόδου στην Ε.Ε. για αγαθά και υπηρεσίες και οι ελληνικές παραγωγικές επενδύσεις θα αναδείξουν την Ελλάδα σε περιφερειακό γεωοικονομικό κέντρο (hub).

Η Ελλάδα ως χώρα της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ μπορεί και πρέπει να εντάξει τις σχέσεις της και τις δια-συνδέσεις της με τις χώρες της περιοχής τόσο στην αρχιτεκτονική ασφάλειας της Δύσης όσο και στην περιφερειακή αρχιτεκτονική της οικονομίας και του εμπορίου. Αυτό θα αναβαθμίσει τη χώρα μας και θα μεταβάλει τις ισορροπίες τόσο περιφερειακά όσο και μέσα στην Ε.Ε. Οι σχέσεις της Ελλάδας με το Ισραήλ και την Αίγυπτο μπορούν να λειτουργήσουν ως άξονες σταθερότητας και ανάπτυξης πάνω στους οποίους θα αρθρώνονται και τα υπόλοιπα κράτη της περιοχής.

Η συγκυρία μετά τις «αβρααμικές συμφωνίες» είναι εξαιρετική, γιατί αίρονται οι πολιτικές αγκυλώσεις του παρελθόντος και ανοίγει ο δρόμος ευρύτερων συνεργασιών των χωρών της περιοχής, με τις οποίες η Ελλάδα έχει ήδη αναπτύξει εξαιρετικές σχέσεις. Σε αυτό το πλαίσιο υπάρχουν πολλά projects που είναι εφικτά και αν υλοποιηθούν θα αλλάξουν δραστικά τον χάρτη των δικτύων και κατ’ επέκταση θα αναβαθμίσουν τη θέση της Ελλάδας. Ενδεικτικά αναφέρω τη διασύνδεση του λιμανιού του Πειραιά με τα αιγυπτιακά μεσογειακά λιμάνια (π.χ. Αλεξάνδρεια, Πορτ Σαΐντ) ή τη διασύνδεση του Πειραιά με τη Χάιφα και από εκεί μέσω σιδηροδρομικού δικτύου μέχρι τον Κόλπο (Σαουδική Αραβία, ΗΑΕ). Τα σχέδια αυτά έχουν στέρεα γεωοικονομική και γεωπολιτική λογική και το γεγονός ότι σε πολλά από αυτά τα λιμάνια έχει επενδύσει η Κίνα και τα έχει εντάξει στον νέο Δρόμο του Μεταξιού, διευκολύνει ακόμα περισσότερο την υλοποίησή τους. Αλλα σχέδια μεγάλης σημασίας, στην ίδια λογική, είναι η ηλεκτρική διασύνδεση Ευρώπης με την Αφρική και με τη Μέση Ανατολή μέσω Κρήτης – Κύπρου. Τέλος, σημαντική είναι και η εναλλακτική πρόταση όδευσης του φυσικού αερίου από την Αίγυπτο στην Κρήτη (και από εκεί στην ηπειρωτική Ελλάδα και στην υπόλοιπη Ευρώπη), αντί του γεωπολιτικά και οικονομικά πιο επισφαλούς αγωγού East Med. Η όδευση αυτή μάλιστα θα διέρχεται από τις οριοθετημένες ΑΟΖ Ελλάδας και Αιγύπτου, ισχυροποιώντας την ελληνοαιγυπτιακή συμφωνία και καταδεικνύοντας «εν τοις πράγμασι» τον γεωγραφικό παραλογισμό του μνημονίου Τουρκίας – Λιβύης.

Ωρίμασαν πλέον οι συνθήκες ώστε οι διάφορες περιφερειακές πρωτοβουλίες και forum στα οποία συμμετέχουμε καθώς και οι διάφορες «τριμερείς» να μετασχηματιστούν από forum συζητήσεων/ευχολογίων σε ένα πυκνό πλέγμα οικονομικών, εμπορικών, τεχνολογικών και αμυντικών σχέσεων. Οι «στρατηγικές σχέσεις» δεν αναπτύσσονται με λόγια αλλά στηρίζονται σε κοινά συμφέροντα που δημιουργούνται σταδιακά επί του πεδίου. Η ανάσχεση μιας επιθετικής τρίτης χώρας είναι μεν ένας σημαντικός κοινός παράγοντας, αλλά σε βάθος χρόνου δεν είναι αρκετός για να συντηρήσει μια «στρατηγική σχέση» γιατί ετεροκαθορίζεται, εξαρτώμενος από τη συμπεριφορά του τρίτου και είναι από τη φύση του ευκαιριακός και πρόσκαιρος. Κάποια στιγμή (μάλλον αργά παρά γρήγορα) οι σχέσεις ενδέχεται να εξομαλυνθούν και τότε η «στρατηγική σχέση» χάνει τον λόγο ύπαρξης. Για να έχουν στέρεη βάση, οι σχέσεις πρέπει να βασίζονται σε κοινά οικονομικά όσο και πολιτικά συμφέροντα. Αυτές οι σχέσεις, λοιπόν, δεν συνεπάγονται κατ’ ανάγκην μια εχθρική στάση προς την Τουρκία, ούτε αποσκοπούν στην απομόνωσή της, αλλά θα λειτουργούν εκ των πραγμάτων ως αντίβαρο στις ηγεμονικές φιλοδοξίες της τελευταίας, θέτοντάς την ενώπιον του διλήμματος της συμμετοχής (αποδεχόμενη τους κανόνες του παιχνιδιού) ή του [αυτό]αποκλεισμού της.

Μπαίνοντας στον τρίτο αιώνα ύπαρξης του νέου ελληνικού κράτους, αφού ο πρώτος ήταν σε μεγάλο βαθμό αυτός της εθνικής ολοκλήρωσης και ο δεύτερος της ευρωπαϊκής ένταξης, μπορούμε να πούμε πως η γεωστρατηγική και γεωοικονομική αναβάθμιση της Ελλάδας είναι ο νέος εθνικός μας στόχος.
 
* Ο κ. Αλέξανδρος Διακόπουλος είναι πρώην σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη.