ΑΠΟ ΤΟ ΛΟΝΔΙΝΟ

Δεν είμαι έτοιμη για την κανονικότητα

«Δοκίμασε τη στολή σου να δούμε εάν σου μπαίνει». «Δεν θέλω να βάλω πουκάμισο, ούτε παπούτσια». «Ξεκινάει το σχολείο αύριο, πρέπει να προετοιμαστούμε». «Ο Μπόρις λέει ψέματα, ψέματα! Θα ξανακλείσουν τα σχολεία να το θυμηθείς». Ο γιος μου έχει γίνει κυνικός. Μια ολόκληρη χρονιά τριβής μαζί μου έχει αφαιμάξει την παιδική του αθωότητα. «Δεν χαίρεσαι που θα επιστρέψεις στο σχολείο;». «Χαίρομαι και δεν χαίρομαι».

Στις 8 Μαρτίου ανοίγουν τα σχολεία, στις 21 Απριλίου ανοίγουν οι βιβλιοθήκες και τα κομμωτήρια, στις 17 Μαΐου τα εστιατόρια, στις 21 Ιουνίου ανοίγουν τα κλαμπ. Η χώρα ανοίγει. Μέχρι τις 31 Ιουλίου θα έχει εμβολιαστεί ολόκληρη η Αγγλία και ο Μπόρις υπόσχεται «ένα πολύ, πολύ ωραίο καλοκαίρι». Με το θαύμα του εμβολιασμού θα γίνει μια τεράστια ένεση στην οικονομία, στη χαρά, στην αυτοπεποίθηση, στην κανονικότητα. Αν χαίρομαι; Χαίρομαι και δεν χαίρομαι. Νιώθω χαρά για όσους θα λήξει η οικονομική αβεβαιότητα, για όσους ταχύτατα πρέπει ν’ απεγκλωβιστούν. Για όλους όσοι είναι απαραίτητο να λυτρωθούν από ό,τι τους κρατάει φυλακισμένους. Παράλληλα, δεν σας κρύβω ότι με φοβίζουν τα ξεσπάσματα της μαζικής ευωχίας. Η 21η Ιουνίου, η μεγαλύτερη μέρα του χρόνου, μοιάζει απειλητική. Σαν το πρωτοχρονιάτικο εθνικό πάρτι που πρέπει χωρίς κέφι να παραστώ.

Πού πήγε αυτός ο χρόνος; Ενας γρήγορος απολογισμός δείχνει τις εξαιρετικά χαμηλές επιδόσεις μου. Δεν έμαθα να μαγειρεύω, δεν έμαθα κάποια ξένη γλώσσα, ούτε κάποιο μουσικό όργανο, δεν έχτισα το σώμα παραλίας. Εμφανισιακά μοιάζω σαν απαχθείσα, ένα θύμα απαγωγής που δεν περνάει και τόσο άσχημα για να μπει στον κόπο να διαπραγματευθεί τα λύτρα. Ας το κάνει κάποιος άλλος για μένα. Ολες τις αποφάσεις, άλλωστε, φέτος κάποιος άλλος τις παίρνει, πρωθυπουργός ή λοιμωξιολόγος, πάντως όχι εγώ που εμπίπτω στην αγέλη. Ο εγκλεισμός δεν μου έμαθε πολλά, απλώς έχει οξύνει τις εμμονές και τους εθισμούς μου. Διάβασα πολύ, πολλά από τα αδιάβαστα της βιβλιοθήκης μου. Αποφάσισα να κατεβάσω το σύνολο των βιβλίων από τα ράφια και να τα ξανατοποθετήσω. Ανά κατηγορίες και κατόπιν αλφαβητικά. Βρίσκομαι στο γράμμα Μ στη λογοτεχνία, που σημαίνει ότι θα χρειαστώ μερικούς μήνες ακόμα. Ισως χρόνο αν κάνω το ορθό και ενσωματώσω τους νομπελίστες που μεροληπτικά καταλαμβάνουν ξεχωριστό προνομιακό ράφι.

Κατά τα άλλα, εκείνο που καθημερινά με απασχολεί είναι αν στο σπίτι υπάρχουν φιστίκια και πώς θα μεταμφιέσω την πρώτη, ίσως τη μοναδική, διαδρομή της ημέρας σε ένα είδος ενεργητικής άσκησης για να προμηθευτώ εφημερίδες. Δρασκελίζω παραμερίζοντας όλους τους παθιασμένους ιδρωμένους δρομείς που εκσφενδονίζουν μικροσωματίδια. Οι ντυμένοι με πολύ λίκρα, μεσήλικες νεόκοποι αθλητές έχουν το προβάδισμα έναντι όσων απλώς βαδίζουν ανέμελοι. Οι αμέριμνοι έχουν την επιλογή να υπολογίσουν την κατάλληλη στιγμή, είτε για ν’ αλλάξουν πεζοδρόμιο, είτε για να να χωθούν σε θάμνο. Ολα αυτά για να προμηθευτώ τον ημερήσιο Τύπο. Διότι είμαι το τζάνκι των ξηρών καρπών και των ειδήσεων. Τα απορρίμματά μου το επιβεβαιώνουν, τσόφλια και ληγμένες εφημερίδες, ενώ της υπόλοιπης χώρας είναι ξεραμένα χόρτα κηπουρικής και άδεια μπουκάλια.

Πανδημία είναι, ό,τι μπορούμε κάνουμε. Κρατούμε αποστάσεις, πλένουμε χέρια, μένουμε σπίτι, για αυτά είμαστε αρμόδιοι. Μοιάζει σαν να είναι η χρονιά της καθοδηγούμενης ευθύνης με χώρο για να εκφραστούν τα συναισθήματα. Η πανδημία είναι υπαίτια ακόμα και για αυτά. Φόβος; Αγχος; Μοναξιά; Πλήξη; Νεύρα; Υπάρχει επιστημονική εξήγηση. Ο,τι αισθανόμαστε εκλογικεύεται. Για πρώτη φορά τα αισθήματα εξηγούνται μεθοδικά με μία λέξη: COVID-19. Ολο το κοπάδι για πρώτη φορά βρίσκεται σε συναισθηματική σύγκλιση.

Δεν θα έπρεπε όμως για όλους εμάς τους αντικοινωνικούς με τις ατροφικές δεξιότητες συγχρωτισμού να γίνει η επιστροφή στις υποχρεώσεις και στο πρόγραμμα με βραδύτερους ρυθμούς; Μια καλή ιδέα θα ήταν να μας μεταφέρουν σε ένα κέντρο επανένταξης για να μας βοηθήσουν να αφομοιωθούμε ξανά αρμονικά στο σύνολο. Ειδάλλως φοβάμαι ότι θα έχω ιδιόρρυθμη συμπεριφορά. Οταν ανοίξουν οι πόρτες θα σηκωθώ. Θα με βρίσκετε μόνο στους δρόμους με ήλιο ή με βροχή, μέσα στο μετρό σε ώρα αιχμής. Θα ακουμπώ τους αγκώνες μου σε μπάρες και μπορεί να δοκιμάζω το περιεχόμενο από τα βρεγμένα ποτήρια των διπλανών. Θα τρώω όπου είναι πολυσύχναστα, όρθια ή καθήμενη, υπό την προϋπόθεση ότι τα τραπέζια και τα μπράτσα μας θα βρίσκονται τόσο κοντά που θα ακουμπιούνται. Θα σας πλησιάζω ακόμα κι αν δεν γνωριζόμαστε και θα σας λέω «πείτε μου τα νέα σας, δεν είστε στο mute». Θα σας βλέπω, θα σας ακούω, θα σας προσεγγίζω. Η διαχυτικότητά μου θα είναι υπερβολική, μπορεί να σας φέρει αποστροφή αλλά δεν θα με νοιάζει. Ποιος θα το περίμενε. Ερχονται τα δύσκολα, επιβεβαιώνεται ο φόβος μου. Οταν αρθεί ο εγκλεισμός, πρέπει να αναλάβω την ευθύνη της συμπεριφοράς και των συναισθημάτων μου.
 
* Η κ. Ελεάννα Βλαστού είναι συγγραφέας και ζει στο Λονδίνο.