ΑΠΟΨΕΙΣ

Ποιος θα φροντίσει τους «φροντιστές»;

Ενας νέος κοινωνικός ρόλος έχει αναδυθεί δυναμικά τα τελευταία χρόνια από την ολοένα αυξανόμενη ανάγκη φροντίδας ατόμων με αναπηρίες και χρόνια νοσήματα: αυτός του «φροντιστή», δηλαδή του ατόμου που αναλαμβάνει, άτυπα και αμισθί, όλο και περισσότερες ευθύνες, παρόμοιες με αυτές των επαγγελματιών υγείας ή άλλων κοινωνικών υπηρεσιών, προς όφελος ενός ατόμου που χρήζει φροντίδας και, κατ’ επέκταση, της ίδιας της κοινωνίας. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον ορισμό που δίνει η ευρωπαϊκή οδηγία 1158/2019, «Φροντιστής» θεωρείται κάθε «εργαζόμενος που παρέχει προσωπική φροντίδα ή υποστήριξη σε συγγενή ή πρόσωπο που κατοικεί στο ίδιο νοικοκυριό με τον εργαζόμενο και που έχει ανάγκη σημαντικής φροντίδας ή υποστήριξης για σοβαρό ιατρικό λόγο».

Γονείς ενηλίκων με νοητική υστέρηση, παιδιά με γονείς που έχουν άνοια, σύζυγοι ασθενών με σοβαρά νοσήματα. Τα παραδείγματα φροντιστών ενηλίκων είναι πολλά και έχουν όνομα και πρόσωπο για τον καθένα μας. Οι φροντιστές, που μεριμνούν για τις ανάγκες ατόμων με αναπηρίες και χρόνια νοσήματα και τους συντροφεύουν σε μία de facto δύσκολη καθημερινότητα, επιβαρύνονται σωματικά, ψυχοσυναισθηματικά, οικονομικά αλλά και σε άλλους τομείς, όπως είναι κατεξοχήν ο εργασιακός. Στην προσπάθειά τους να ισορροπήσουν τις επαγγελματικές τους υποχρεώσεις με τις αυξημένες οικογενειακές ανάγκες, βιώνουν ιδιαίτερο εργασιακό στρες, αφού δεν υπάρχει μέχρι τώρα ένα θεσμοθετημένο δίχτυ ασφαλείας που να τους προστατεύει. Ποιος, λοιπόν, θα φροντίσει για τους φροντιστές;

Είναι πράγματι ευοίωνο ότι η ευρωπαϊκή νομοθεσία με την οδηγία 1158/2019 έρχεται να καλύψει αυτό το κενό, θέτοντας στο προσκήνιο την ισορροπία ανάμεσα στην οικογενειακή ή ιδιωτική ζωή και την επαγγελματική. Δεδομένου ότι κάθε πολίτης πρέπει να έχει ίσες ευκαιρίες και δίκαιη μεταχείριση στην αγορά εργασίας, είναι σίγουρα κοινωνικά ωφέλιμο το γεγονός ότι η κυβέρνηση προτίθεται να επισπεύσει την ενσωμάτωση της συγκεκριμένης ευρωπαϊκής οδηγίας. Βάσει αυτής προβλέπεται η προώθηση μιας συνεκτικής δέσμης πολιτικών, που θα περιλαμβάνει διευθετήσεις, ώστε να εξασφαλίζεται η αναγκαία επαγγελματική ευελιξία για εργαζόμενους φροντιστές ατόμων με χρόνια νόσο ή/και αναπηρία.

Ετσι, ενώ μέχρι τώρα ένας εργαζόμενος φροντιστής αναγκαζόταν να κάνει χρήση κανονικής ή άνευ αποδοχών αδείας, προκειμένου π.χ. να συνοδεύσει τον πάσχοντα συγγενή του σε τακτές ή έκτακτες θεραπείες, θα καθιερωθεί πλέον η «άδεια φροντίδας» μετ’ αποδοχών όχι μόνο για τον δημόσιο αλλά και για τον ιδιωτικό. Επιπλέον, θα παρέχεται το δικαίωμα σε εργαζόμενους φροντιστές να κάνουν χρήση ευέλικτων ρυθμίσεων εργασίας, όπως ευέλικτου ωραρίου ή τηλεργασίας, προκειμένου να διευκολύνονται στην εκπλήρωση των οικογενειακών τους υποχρεώσεων. Πλέον τούτων, προβλέπεται ότι οι φροντιστές για όσο διάστημα κάνουν χρήση αυτών των αδειών και διευκολύνσεων, θα προστατεύονται από την απόλυση και θα έχουν το δικαίωμα να επιστρέψουν στην εργασία τους ή σε ισοδύναμες θέσεις «υπό όρους όχι λιγότερο ευνοϊκούς για αυτούς». Επίσης, θα διατηρούν τα κεκτημένα –κατά την ημερομηνία της λήψης άδειας φροντίδας– εργασιακά δικαιώματά τους μέχρι το τέλος της άδειας και θα επωφελούνται από τυχόν βελτιώσεις στις συνθήκες εργασίας χωρίς καμία εις βάρος τους διάκριση. Η οδηγία θέτει ένα minimum σχετικών απαιτήσεων και δεν περιορίζει τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. να προβλέψουν ακόμη ευεργετικότερες διατάξεις στο εθνικό τους δίκαιο (όπως λ.χ. άδεια φροντίδας πλέον των πέντε εργασίμων ημερών ανά έτος).

Στο πλαίσιο αυτό, είμαι πεπεισμένος ότι το αρμόδιο υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, αλλά και όλοι οι ενδιαφερόμενοι κοινωνικοί φορείς μέσω των σχετικών προτάσεών τους, θα συνεισφέρουν στον εμπλουτισμό των διατάξεων της οδηγίας με αμιγώς εθνικές ρυθμίσεις, οι οποίες θα κατοχυρώσουν έτι περαιτέρω τα εργασιακά δικαιώματα αυτής της ευαίσθητης κοινωνικής κατηγορίας.

Η επίτευξη ουσιαστικής κοινωνικής συνοχής προϋποθέτει ισότιμη προσήλωση στην αντιμετώπιση των οικονομικών και κοινωνικών προκλήσεων που βιώνει η κοινωνία. Η κυβέρνηση απέδειξε και αποδεικνύει ακόμη και στον καιρό της πανδημίας ότι τηρεί αυτή την ισορροπία στο μείγμα των πολιτικών της.
 
* O κ. Χρήστος Ταραντίλης είναι βουλευτής Επικρατείας της Ν.Δ., καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών.