ΑΠΟΨΕΙΣ

Μουδιασμένη άνοιξη

Πέρυσι τέτοιες μέρες διανύαμε τις πρώτες εβδομάδες του εγκλεισμού. Mε πειθαρχία και αφοσίωση. Αξιοποιούσαμε στο έπακρον τις ώρες που περνούσαμε στο σπίτι. Τακτοποιούσαμε τις ντουλάπες και τα γραφεία μας. Αγοράζαμε απολυμαντικά, σαπουνίζαμε τα φρούτα και τα λαχανικά. Τα χρονολόγιά μας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης γέμιζαν με φωτογραφίες φρεσκοψημένων ψωμιών και λαχταριστών φαγητών. Μαθαίναμε το Zoom. Κάναμε αστεία για την καραντίνα. Μιλούσαμε με συγγενείς και φίλους εκ του μακρόθεν, κι όμως τους νιώθαμε κοντά όσο ποτέ.

Πέρυσι τέτοιες μέρες απολαμβάναμε τις βόλτες μας στην Αθήνα σαν τουρίστες στον ίδιο μας τον τόπο. Δακρύζαμε κάτω από τις ανθισμένες νεραντζιές. Θαυμάζαμε τα μοβ τείχη από τις τζακαράντες στις γειτονιές. Aνακαλύπταμε θορύβους και ομορφιές που προηγουμένως δεν είχαμε προσέξει στο ιστορικό κέντρο. Χειροκροτούσαμε τους υγειονομικούς στα μπαλκόνια. Παρά το ξάφνιασμα, ήμασταν ψύχραιμοι και αισιόδοξοι. Αν και κάναμε μόλις τα πρώτα μας βήματα στον δύσβατο δρόμο της πανδημίας, βλέπαμε ήδη φως στο τέλος του δρόμου.

Η φετινή άνοιξη μας βρήκε μουδιασμένους. Η υπομονή τελειώνει. Η ψυχραιμία αρχίζει να γίνεται πανικός, το χιούμορ χολή. Θυμώνουμε συχνά, βγάζουμε αγκάθια. Η θλίψη μάς τυλίγει στο κουκούλι της μέρα με τη μέρα. Οι αναλαμπές χαράς είναι πια λιγοστές· πώς να ανταγωνιστούν τόση συσσωρευμένη κούραση; Γύρω μας τα κρούσματα πληθαίνουν. Σχεδόν 8.000 οικογένειες έχουν χάσει (τουλάχιστον) έναν άνθρωπό τους. Σε πόσες ακόμη μέλλει να πενθήσουν;

Ο Θ. σοκαρίστηκε όταν έμαθε για δύο πρώην συναδέλφους του, 45 και 50 ετών, που έχασαν τη μάχη. Κλείνεται ολοένα και περισσότερο στο σπίτι – και στον εαυτό του. Ο Γ. ανησυχεί, μένει ξάγρυπνος τα βράδια. Αισθάνεται ότι ο κλοιός γύρω του σφίγγει, ότι από τύχη δεν έχει κολλήσει. Η Μ., την Πρωτοχρονιά, είχε πει στην κόρη της ότι κερδίζουμε. «Ανθρωπότητα – κορωνοϊός 1-0», είχε φωνάξει ενθουσιασμένη η μικρή. Τώρα, κάθε φορά που ρωτάει «μαμά, όταν τελειώσει ο κορωνοϊός θα πάμε εκεί;», η Μ. νιώθει ότι την κορόιδεψε. 

Αυτό το κείμενο δεν έχει απαντήσεις, δεν έχει λύσεις. Είναι σαν μια ανάσα, βαθιά, αγχωμένη, που παίρνει κανείς όταν πνίγεται. Είναι, όμως, και λαχτάρα για ένα χτύπημα στην πλάτη, καθησυχαστικό. Να σκύψει κάποιος προς το μέρος μας και να μας πει: «Κάνε υπομονή. Πρόσεξε τον εαυτό σου και τους γύρω σου. Θα περάσει, θα δεις…».