ΑΠΟΨΕΙΣ

Συνεπιμέλεια, αλλά πώς;

Είναι κοινό μυστικό μεταξύ όλων όσοι έχουν εμπλακεί ποτέ, με οποιαδήποτε ιδιότητα, σε διαδικασία διαζυγίου, ότι στο δρόμο για την επίλυση των διαφορών και την επίτευξη της ομαλότητας για το υπόλοιπο της ζωής γονιών και παιδιών, η υποχρεωτική επιβολή του οποιουδήποτε διακανονισμού αποτελεί ένα μικρό, πολύ μικρό βήμα. Ο υπόλοιπος δρόμος μπορεί να καλυφθεί μόνο με τη, συχνά επίπονη, καλλιέργεια της συναίνεσης. 

Η έως τώρα συζήτηση γύρω από την αναθεώρηση του Οικογενειακού Δικαίου τείνει είτε να υπερτονίζει τη σημασία της δικαστικής επιβολής της μίας ή της άλλης διάταξης είτε να θεωρεί τη συναίνεση για τη συνεπιμέλεια ως προϋπόθεση που δεν μπορεί και δεν χρειάζεται να καλλιεργηθεί, αν δεν υπάρχει: λες και η απουσία της δικαιολογεί την αδράνεια και αποκλείει την εξεύρεση κάποιας λύσης καλύτερης από την κατεστημένη. 

Η αλήθεια είναι ότι οι περιπτώσεις στις οποίες και οι δύο γονείς επιθυμούν τη συνεπιμέλεια (και αυτή γίνεται ούτως ή άλλως, χωρίς την ανάγκη επίκλησης κάποιας διάταξης ή προσφυγής στο δικαστήριο) και οι περιπτώσεις όπου κανένας από τους δύο γονείς δεν επιθυμεί τη συνεπιμέλεια (και άρα έχουν, είτε πριν είτε μετά την τροποποίηση  του Κώδικα, τη δυνατότητα να διαπραγματευτούν έναν διαφορετικό διακανονισμό) δεν αποτελούσαν ζήτημα πριν και δεν θα αποτελέσουν πρόβλημα τώρα.

Το πρόβλημα προκύπτει όταν ένας από τους δύο γονείς επιθυμεί τη συνεπιμέλεια, ενώ ο άλλος όχι ή όταν τα κίνητρα ενός από τους δύο γονείς που την επιθυμεί δεν είναι αποκλειστικά η ουσιαστική σχέση με το παιδί, αλλά κίνητρα οικονομικά ή άλλα. Όμως, οι περιπτώσεις αυτές, είτε πριν είτε μετά την τροποποίηση του Κώδικα, παραμένουν περιπτώσεις και, μοιραία, θα λύνονταν και θα λύνονται στα δικαστήρια. Εκτός αν, ως κοινωνία και ως δικαστικό σύστημα, μπορέσουμε να υποστηρίξουμε τους γονείς στο να επιδιώξουν και να επιτύχουν τη συναίνεση. Ή, τουλάχιστον, στο να μπορούν να κάνουν τη συνεπιμέλεια να λειτουργήσει. 

Οι περιπτώσεις εργαλειοποίησης της γονικής ιδιότητας δεν αποτελούν αποκλειστικό χαρακτηριστικό του ενός ή του άλλου φύλου, της μητέρας ή του πατέρα. Δεν υπάρχει τρόπος να μετρήσουμε, για παράδειγμα, τα παράπονα πατέρων που αποξενώνονται παρά τη θέλησή τους από τα παιδιά τους έναντι των παραπόνων μητέρων που εγκλωβίζονται, μαζί με τα παιδιά, σε κακοποιητικές σχέσεις με τον πρώην σύντροφό τους. 

Αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι, νομοθετικά και πρακτικά, να παρέχουμε και στους δύο τη δυνατότητα να καταγγέλλουν και να επιλύουν τα προβλήματα αυτά, γρήγορα και αποτελεσματικά. Και, πιο μακροπρόθεσμα, να καλλιεργήσουμε, νομοθετικά και κοινωνικά, την κουλτούρα που θα εξαλείψει τους παράγοντες δημιουργίας αυτών των εμπλοκών: να προλάβουμε και να αντιμετωπίσουμε τη βία κατά των γυναικών και των παιδιών, να καλλιεργήσουμε από νωρίς μια κουλτούρα ισότιμης ανάληψης, και από τα δύο φύλα, των ευθυνών φροντίδας στην οικογένεια, να γεφυρώσουμε το έμφυλο χάσμα στις αμοιβές, να προωθήσουμε την επιμόρφωση των γονιών που χωρίζουν.

Προς αυτή την κατεύθυνση, η αναθεώρηση του Οικογενειακού Δικαίου, δεν συμβάλλει ουσιαστικά. Τοποθετώντας το ποσοστό της κατ’ ελάχιστον συμμετοχής του πατέρα στην επιμέλεια στο 30% και όχι στο 50%, διαιωνίζει την κουλτούρα που τον αναγνωρίζει ως γονιό δεύτερης κατηγορίας. Ορίζοντας την αμετάκλητη δικαστική απόφαση (που αυτή τη στιγμή μπορεί να χρειαστεί μέχρι και 6 χρόνια για να εκδοθεί) ως μοναδικό εργαλείο προστασίας των παιδιών και του/της πρώην συντρόφου από βίαιες και κακοποιητικές συμπεριφορές, (ενώ, για παράδειγμα, προβλέπει μέχρι και αφαίρεση της γονικής μέριμνας ή επιμέλειας σε περιπτώσεις όπου αποδεικνύεται με επ’ ακροατηρίω απόδειξη ή ακόμα και πιθανολογείται ότι ο ένας γονιός προκαλεί «διατάραξη της συναισθηματικής σχέσης του τέκνου με τον άλλο γονέα»), εκθέτει κυρίως γυναίκες και παιδιά σε κίνδυνο και εξακολουθεί να αφήνει την πόρτα ανοιχτή στην εργαλειοποίηση της γονικής ιδιότητας από γονείς που έχουν την οικονομική δυνατότητα να ανταποκριθούν σε μια, συχνά μακροχρόνια, δικαστική διαμάχη.

Μπορεί οποιοσδήποτε νόμος να αποτρέψει όλες τις περιπτώσεις κατάχρησης; Πιθανότατα όχι. Και εδώ το ζήτημα δεν είναι το κατά πόσο η συνεπιμέλεια είναι ή δεν είναι «υποχρεωτική». Το ζήτημα είναι πόσο οι μηχανισμοί που αναλαμβάνουν να επιλύσουν ή να διευθετήσουν τις διαφορές που αναπόφευκτα προκύπτουν όταν μια οικογένεια αλλάζει δομή, αλλά και τα ζητήματα κακής άσκησης της γονικής μέριμνας, είναι, κατ’ ουσία και κατά διαδικασία, εξοπλισμένοι ώστε να τις επιλύουν με τον καλύτερο, για όλα τα εμπλεκόμενα μέρη, τρόπο. Το ζήτημα είναι κατά πόσο το ίδιο το σύστημα ανταποκρίνεται άμεσα στα αιτήματα επίλυσης των διαφορών, κατά πόσο προωθεί τη διαμεσολάβηση ως αποτελεσματικό μέσο καλλιέργειας μιας βιώσιμης συναίνεσης, κατά πόσο οι λειτουργοί του (δικαστές, δικηγόροι, κοινωνικοί λειτουργοί) είναι σωστά εκπαιδευμένοι και εκπαιδευμένες και συνεχίζουν να επιμορφώνονται, με βάση και τα νέα κοινωνικά δεδομένα, ώστε να αναγνωρίζουν τις αποχρώσεις και τις διαφορετικές παραμέτρους της κάθε περίπτωσης και να τις διαχειρίζονται σωστά.

* Η κ. Στέλλα Κάσδαγλη είναι συνιδρύτρια του Women On Top και συγγραφέας. Η κ. Αννα Παπανικολάου είναι δικηγόρος.