ΑΠΟΨΕΙΣ

Σύγκρουση «λογικών»

Τη δεκαετία του 1970 είχε διατυπωθεί στην πολιτική επιστήμη η άποψη πως η φιλελεύθερη δημοκρατία είχε «υπερφορτωθεί». Τα δημοκρατικά κράτη αδυνατούσαν να ανταποκριθούν στη σώρευση αξιώσεων εκ μέρους οικονομικών και κοινωνικών ομάδων. Υπήρχε ανησυχία ότι οι κοινωνίες κινδύνευαν να μείνουν ακυβέρνητες.

Η ανησυχία προερχόταν από το γεγονός ότι η αυξανόμενη παρέμβαση του κράτους σε οικονομία και κοινωνία είχε προκαλέσει διόγκωση αξιώσεων, τις οποίες πολλές ομάδες πρόβαλλαν προς το κράτος. Ομως οι φόβοι περί «υπερφόρτωσης» δεν επαληθεύτηκαν. Αλλωστε, στις αγγλοσαξονικές χώρες, μετά το 1980, το κράτος άρχισε να υποχωρεί, αφήνοντας περισσότερο χώρο στην ιδιωτική πρωτοβουλία.

Στην κρίση της πανδημίας οι κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν παρόμοια κατάσταση, καθώς διαφορετικές πιέσεις τις ωθούν να λαμβάνουν αλληλοσυγκρουόμενες αποφάσεις. Αλλοτε επιβάλλουν περιορισμούς στην οικονομική δραστηριότητα, θέτοντας σε κίνδυνο μικρές επιχειρήσεις του λιανεμπορίου και ελεύθερους επαγγελματίες, προκειμένου να αποφευχθεί η διάδοση του κορωνοϊού. Και άλλοτε απελευθερώνουν τη λειτουργία της οικονομίας, θέτοντας σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία. Δηλαδή η «λογική» της προστασίας της υγείας του πληθυσμού συγκρούεται με τη «λογική» της λειτουργίας της οικονομίας. Ετσι συμβαίνει στην ελληνική οικονομία, που στηρίζεται στην ιδιωτική κατανάλωση υπηρεσιών και αγαθών (περιλαμβανομένων και των εισαγωγών). Η κατανάλωση το 2019 αντιπροσώπευε το 76% του ΑΕΠ, έναντι μ.ό. 53% στην Ευρωπαϊκή Ενωση, και ήταν η υψηλότερη μεταξύ των χωρών της Ενωσης (Eurostat).

Η προφανής σύγκρουση της υγειονομικής με την οικονομική «λογική» δεν είναι η μόνη. Στις δημοκρατίες οι κυβερνήσεις επιδιώκουν να επανεκλεγούν, πράγμα που τις ωθεί να αποφεύγουν αποφάσεις που θα τους κόστιζαν σε ψήφους. Αντιθέτως, η αντιπολίτευση, ιδίως όταν είναι λαϊκιστική, συχνότατα απορρίπτει όλες τις κυβερνητικές αποφάσεις, ακόμη και όταν αυτές προστατεύουν τη δημόσια υγεία ή υποστηρίζουν οικονομικά τις επιχειρήσεις και τους πολίτες. Η «λογική» του κομματικού ανταγωνισμού, δηλαδή, αντιστρατεύεται τη σταθερότητα των επιλογών δημόσιας πολιτικής που κάνει η εκάστοτε κυβέρνηση. Επιχειρώντας η κυβέρνηση να βρει το κατάλληλο μείγμα οικονομικής πολιτικής και πολιτικής υγείας, χωρίς να αυξήσει την επιρροή της αντιπολίτευσης, δεν ακολουθεί σταθερή πορεία. Με τη σειρά της, η αστάθεια στις κυβερνητικές αποφάσεις, ανεξάρτητα από το αν αυτές θέτουν σε προτεραιότητα την οικονομία ή την υγεία του πληθυσμού, υπονομεύει την πολιτική νομιμοποίηση, δηλαδή την αποδοχή της κυβέρνησης.

Και τούτο γιατί η «λογική» που πρυτανεύει ανάμεσα στους πολίτες και ιδίως στις επιχειρήσεις είναι αυτή της σταθερότητας του κοινωνικο-οικονομικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο οι πρώτοι ζουν και εργάζονται και οι δεύτερες παράγουν. Το περιβάλλον αυτό, ωστόσο, έπαψε να είναι σταθερό από τον Φεβρουάριο του 2020, όταν ξέσπασε η πανδημία. Σε αυτό κυρίως οφείλονται οι παλινδρομήσεις των κυβερνητικών μέτρων. Θα πρέπει να αναγνωριστεί σε όλες τις κυβερνήσεις ότι, λόγω της απρόοπτης μεταβολής των συνθηκών, έχουν «υπερφορτωθεί» και ότι αναπόφευκτα πειραματίζονται. Η αστάθεια του περιβάλλοντος δεν επιτείνεται μόνο από κυβερνητικούς χειρισμούς, αλλά και από πρόσθετες «λογικές» οι οποίες περιπλέκουν τα πράγματα.

Οι παραπάνω συγκρούσεις ανάμεσα στις διαφορετικές «λογικές» της οικονομίας και της δημόσιας υγείας λαμβάνουν χώρα στη δημόσια σφαίρα των σύγχρονων δημοκρατιών. Εκεί επικρατεί άλλη «λογική», αυτή των μέσων μαζικής επικοινωνίας (ΜΜΕ), δεδομένου ότι τα ΜΜΕ μετέχουν σε έναν ανταγωνισμό εντυπωσιασμού και κερδοφορίας. Αλλιώς, γιατί κάποιο μέσο να προβάλλει τόσο πολύ ως πιθανή παρενέργεια του εμβολιασμού κατά του κορωνοϊού το σπανιότατο εύρημα των θρομβώσεων; Γιατί δεν προβλήθηκε από τα ΜΜΕ, εξίσου επίμονα, ότι «επί συνόλου 9,2 εκατομμυρίων δόσεων του εμβολίου της AstraZeneca» έχουν παρατηρηθεί «44 περιπτώσεις» θρομβώσεων (Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκου και ΕΟΔΥ, 5 Απριλίου 2021); Μάλιστα, ως προς τις 44 περιπτώσεις ερευνάται το αν τυχόν υπάρχει αιτιώδης συνάφεια ανάμεσα στον εμβολιασμό και στη θρόμβωση. Ωστόσο, η κακή είδηση «πουλάει» πολύ και η φριχτή «πουλάει» ακόμη περισσότερο.

Εστω και αν τα ΜΜΕ δεν είχαν υποκύψει στον πειρασμό του εντυπωσιασμού, θα το είχαν κάνει βέβαια, στη θέση τους, οι χιλιάδες αυτόκλητοι επιδημιολόγοι που λυμαίνονται τα νέα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ορισμένα από αυτά έχουν κτιστεί με μια «λογική» ξένη προς τον κόσμο μας, που γίνεται ολοένα πολυπλοκότερος. Δηλαδή είναι κτισμένα με τη λογική ενός κώδικα σύντομων και συχνά ασύνδετων λέξεων και φράσεων, ακατάλληλο για έναν κόσμο του οποίου η κατανόηση απαιτεί σφιχτά συνδεδεμένες κύριες προτάσεις, με πολλές παρεμβαλλόμενες δευτερεύουσες προτάσεις, εν είδει περιορισμού των εύκολων γενικεύσεων.

Οι παραπάνω «λογικές» των ΜΜΕ και των νέων μέσων κοινωνικής δικτύωσης εμφανώς συγκρούονται με τη «λογική» της ιατρικής, της βιολογίας και της στατιστικής. Αυτές, ως γνωστόν, στηρίζονται σε ανάλυση δεδομένων και εξαγωγή συμπερασμάτων πιθανολογικού χαρακτήρα, χωρίς απόλυτες βεβαιότητες. Η επιστημονική αβεβαιότητα, αν όχι αντιφατικότητα πορισμάτων είναι αναμενόμενη, όπως συνέβη και στη μάχη κατά του κορωνοϊού.

Σε δημοκρατίες, όπως η δική μας, η επιστημονικά τεκμηριωμένη λήψη αποφάσεων από τις εκάστοτε κυβερνήσεις σπάνιζε. Μετά τον Φεβρουάριο του 2020, η πρωτοκαθεδρία της επιστημονικής «λογικής» υποσκέλισε τις λογικές της οικονομίας της αγοράς και του κομματικού ανταγωνισμού, οι οποίες υποχώρησαν ενώπιόν της. Τελικά αυτή η πρωτοκαθεδρία διήρκεσε λίγο. Εσχάτως, παρά το συγκριτικά χαμηλό ποσοστό εμβολιασμένων στο σύνολο του πληθυσμού (14% εμβολιαστική κάλυψη με τουλάχιστον μία δόση εμβολίου στις 12.04.2021), πρυτανεύει η άποψη «να ανοίξουν» σταδιακά όλες οι δραστηριότητες. Και τούτο, παρότι παρατηρείται μεγάλη κινητικότητα του πληθυσμού και σοκαριστική αδιαφορία πολλών για τα μέτρα ατομικής προστασίας. Δηλαδή, στην Ελλάδα σήμερα η ατομική και η συλλογική συμπεριφορά αντιστοιχούν σε περίοδο κατά την οποία έχει επιτευχθεί τείχος ανοσίας κατά του κορωνοϊού, όπως στο Ισραήλ και στη Βρετανία, ενώ ακόμη απέχουμε πολύ από αυτό. Επικράτησαν, στο μεταξύ, οι «λογικές» της τόνωσης της ιδιωτικής κατανάλωσης και της μείωσης του πολιτικού κόστους. Ωστόσο, ως προς τα θύματα του κορωνοϊού, η επιτάχυνση της επιστροφής στην κανονικότητα μέσα σε ελάχιστες εβδομάδες μπορεί να υπονομεύσει τις υπομονετικές προσπάθειες πολλών μηνών.
 
* Ο κ. Δημήτρης Α. Σωτηρόπουλος είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ερευνητής του ΕΛΙΑΜΕΠ.