ΑΠΟΨΕΙΣ

Πώς οργανώνεις μια Επανάσταση;

Ισως σας φανεί περίεργο, αλλά η Ελληνική Επανάσταση ήταν μία από τις δυσκολότερες να οργανωθούν επαναστάσεις της εποχής. Ισως και αυτή που είχε να αντιμετωπίσει τα μεγαλύτερα εμπόδια.

Δεν ήταν όλο το Γένος έτοιμο ή διατεθειμένο να επαναστατήσει. Κάποιοι θεωρούσαν ότι είχαν πολύ περισσότερα να χάσουν από αυτά που πιθανόν να κέρδιζαν. Δισταγμοί, αναποφασιστικότητα, ακόμη και άρνηση, παρατηρήθηκαν σε πολλές περιοχές, ακόμη και σε εκείνες που πρωταγωνίστησαν αργότερα στην Επανάσταση. Δεν ήταν, όμως, λιγότερο «πατριώτες» όσοι δίσταζαν. Συνήθως είχαν πολύ καλούς λόγους, για παράδειγμα αισθάνονταν ευάλωτοι γιατί βρίσκονταν κοντά σε ισχυρά οθωμανικά κέντρα. Αυτή είναι η περίπτωση της Χίου και αρκετών περιοχών στη Μακεδονία. Οι κάτοικοι της Χίου δεν δίσταζαν επειδή ζούσαν σε ένα ευνοϊκό καθεστώς ευημερίας και σχετικής αυτονομίας, αλλά κυρίως διότι αντιλαμβάνονταν πως δεν θα ήταν σε θέση να προστατεύσουν το νησί τους. Το ίδιο ισχύει και για πολλά άλλα νησιά, ιδίως των Δωδεκανήσων και του Βορείου Αιγαίου. Ακόμη και στη Σάμο υπήρχε μια μικρή μερίδα ισχυρών τοπικών παραγόντων που προσπάθησε να αποτρέψει τον ξεσηκωμό. Δεν ήταν τα προνόμιά τους που ήθελαν να προστατεύσουν η αιτία, όσο η προφανής γεωγραφική πραγματικότητα. Η Σάμος είναι το νησί που απέχει μόνο 1,5 χιλιόμετρο από τις ακτές της Μικράς Ασίας. Το πώς κατάφερε να αποκρούσει τις αποβατικές απόπειρες του οθωμανικού και του αιγυπτιακού στόλου, ιδίως το καλοκαίρι του 1824, αποτελεί μία από τις πολλές εποποιίες των Σαμίων και του ελληνικού στόλου. Το παράξενο, λοιπόν, αυτό που πρέπει να μας εντυπωσιάζει και αξίζει να μελετηθεί, δεν είναι ο δισταγμός ή η άρνηση αλλά η επιλογή ένταξης στην Επανάσταση σε επικίνδυνες περιοχές όπως η Σάμος, τα Ψαρά, η Χαλκιδική, η Εύβοια, η Κρήτη.

Τέτοιου είδους εμπόδια όμως συναντάμε σε όλες τις επαναστάσεις, όπως και πολλά παρόμοια με εκείνα που είχαν να αντιμετωπίσουν οι Ελληνες επαναστάτες, κυρίως την έλλειψη βασικών προϋποθέσεων (όπλα, πολεμοφόδια, εκπαιδευμένος στρατός, συμμαχίες) για μακροχρόνιο πόλεμο ενάντια σε μια ισχυρή αυτοκρατορία. Λίγο-πολύ οι επαναστάσεις τα είχαν και τα έχουν αυτά, ενώ οι Ελληνες διέθεταν και αρκετά πλεονεκτήματα, όπως η δημογραφική σύνθεση των περιοχών όπου κυριάρχησε η Επανάσταση ή η ύπαρξη μεγάλου αριθμού ισχυρών οικονομικά Ελλήνων που στήριξαν την Επανάσταση με όλες τις δυνάμεις τους – από τον Παναγιώτη Σέκερη μέχρι τον Λάζαρο Κουντουριώτη και τους προεστούς, τους εμπόρους, ακόμη και τους τοκογλύφους του Μοριά.

pos-organoneis-mia-epanastasi0
«Εφοδιαστικό» έγγραφο μέλους της Φιλικής Εταιρείας, απαραίτητο για την αναγνώριση των μελών μεταξύ τους, γραμμένο σε κώδικα (Μουσείο Μπενάκη).

Η μεγάλη δυσκολία ήταν άλλη και ήταν καθαρά οργανωτική. Νομίζω πως δεν κάνω λάθος όταν ισχυρίζομαι πως το σημαντικότερο εμπόδιο ήταν ο πρωτοφανής κατακερματισμός και η εντυπωσιακή γεωγραφική διασπορά των Ελλήνων. Οι Ελληνες δεν βρίσκονταν συγκεντρωμένοι σε μια σαφώς προσδιορισμένη εδαφικά περιοχή, όπως οι Σέρβοι, οι Πολωνοί, ακόμη και οι Ιταλοί. Ζούσαν διάσπαρτοι στα Βαλκάνια, στη Μικρά Ασία, στα νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου, στην Κύπρο, στη Μέση Ανατολή, στη Μολδοβλαχία. Αλλά και σε θυλάκους στη Ρωσία, στην Κεντρική Ευρώπη, στα λιμάνια της Μεσογείου, στην Ιταλία, κοινότητες που βρίσκονταν σε άμεση επαφή με τους Ελληνες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οταν ξέσπασε η Επανάσταση, οι βρετανικές εφημερίδες δεν αμφέβαλλαν για την ταυτότητα των επαναστατών, δυσκολεύτηκαν όμως να τους καταμετρήσουν. Γράφει η εφημερίδα Scotsman, στις 28 Απριλίου 1821, σε ένα εκτενές άρθρο με θέμα την πληθυσμιακή σύνθεση των Βαλκανίων: «Ολοι οι λαοί των Βαλκανίων βρίσκονται συγκεντρωμένοι σε συγκεκριμένες επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, εκτός από τους Ελληνες. Αυτοί βρίσκονται διάσπαρτοι σε ολόκληρη την έκταση της Αυτοκρατορίας. Εάν συγκεντρωθούν όλοι τους, θα ξεπεράσουν κατά πολύ πληθυσμιακά όλες τις άλλες χριστιανικές εθνικότητες μαζί».
Θα έλεγε κανείς πρόχειρα, αλλά λανθασμένα, πως το πρόβλημα ήταν οι διαφορετικές ταυτότητες που είχαν αυτοί οι υποψήφιοι Ελληνες που συχνά δεν μιλούσαν καν ελληνικά. Αλλωστε, αυτός ήταν ο ένας λόγος για τον οποίον οι σημαντικότεροι Ελληνες της εποχής (Καποδίστριας, Κοραής, Ιγνάτιος, Μαυροκορδάτος) θεωρούσαν ανώριμες τις συνθήκες. Οι Ελληνες έπρεπε να μάθουν πρώτα πως είναι Ελληνες, απόγονοι ένδοξων προγόνων. Δεν αρκούσαν οι μερικές χιλιάδες έμποροι, οι διανοούμενοι και γενικά οι μορφωμένοι και πολυταξιδεμένοι για να οργανωθεί μια εθνική επανάσταση και μετά ένα βιώσιμο ελληνικό κράτος. Επρεπε να διαμορφωθεί μια ελίτ, που θα ξυπνούσε την εθνική συνείδηση και θα προετοίμαζε το έδαφος. Η προσέγγιση αυτή ήταν λανθασμένη τότε και παραμένει λανθασμένη και σήμερα. Διότι οι Ελληνες είχαν και ισχυρή κοινή ταυτότητα και ελίτ έτοιμες να τους καθοδηγήσουν.

α) Ολοι τους, σχεδόν χωρίς εξαίρεση, ήταν χριστιανοί ορθόδοξοι και μιλούσαν μια εκδοχή ελληνικών ως πρώτη ή δεύτερη γλώσσα. Αλλά ακόμη και αν δεν γνώριζες καν τα ελληνικά (ή «τα τραύλιζες», όπως χαρακτηριστικά γράφει η Κωνσταντίνα Ζάνου), αρκούσε η Ορθοδοξία. Ηταν το εισιτήριο για την ελληνικότητα, την είσοδο στο νέο ελληνικό έθνος και φυσικά στην Επανάσταση· αρκεί να το επέλεγες. Ακόμη και στις χειρότερες στιγμές του εμφυλίου, κανείς Μοραΐτης δεν αμφισβήτησε την ελληνικότητα των Σουλιωτών ή των Υδραίων, ενώ οι τελευταίοι ταυτίστηκαν με το όραμα ενός ενιαίου συγκεντρωτικού έθνους-κράτους.

β) Οι ελίτ ήταν πανέτοιμες να οργανώσουν, να χρηματοδοτήσουν, να κατευθύνουν και να κηδεμονεύσουν. Κυριάρχησε, μάλιστα, το όραμα της πιο αδύναμης οικονομικά και κοινωνικά αλλά πανίσχυρης πολιτισμικά και ιδεολογικά ελίτ των δυτικότροπων φιλελεύθερων διανοούμενων. Μια ελίτ που κατασκεύασε δημόσια σφαίρα, την έλεγξε πλήρως, καθόρισε το λεξιλόγιο της Επανάστασης, επέλεξε τα θεσμικά οικοδομικά υλικά, επέβαλε το δικό της πλαίσιο (φιλελεύθερη άρα γνησίως εθνική επανάσταση) στο οποίο η παραδοσιακή κοινωνία οπωσδήποτε εντάχθηκε, ακόμη και όταν το έκανε στρεβλά ή αμήχανα.

Αρα γιατί θεωρείς το οργανωτικό πρόβλημα τόσο σημαντικό, εφόσον υπήρχαν οι δύο κύριες προϋποθέσεις; Μα γιατί ούτε αυτές αρκούσαν για να ξεπεραστεί το μεγάλο εμπόδιο: η γεωγραφία. Η γεωγραφία και η τεχνολογία της επικοινωνίας δεν βοηθούσαν την Επανάσταση. Ειδικά σε μια περίοδο που, όπως χαρακτηριστικά λέει ο Κολοκοτρώνης, «ευρίσκοντο άνθρωποι [εννοεί στον Μοριά] όπου δεν εγνώριζαν άλλο χωριό μακρυά μίαν ώρα από το εδικό τους. Την Ζάκυνθο την ενόμιζαν ώς νομίζομεν τώρα το μακρύτερο μέρος του Κόσμου. Η Αμερική μάς φαίνεται ως πως τους εφαίνετο αυτών η Ζάκυνθος· έλεγαν εις την Φραγκιά». Ο Κολοκοτρώνης προσθέτει κάτι ακόμη: «Δεν είναι παρά η επανάστασίς μας οπού εσχέτισε όλους τους Ελληνας». Δεν ήταν, όμως, αφηρημένα η Επανάσταση αλλά μια ομάδα ανθρώπων που το πέτυχαν πριν καν αυτή ξεσπάσει. Τον ρόλο της μαμής της Ιστορίας έπαιξαν τα ανώτερα και μεσαία στελέχη της Φιλικής Εταιρείας, που κατόρθωσαν έναν πραγματικό άθλο. Να ενώσουν τους Ελληνες για πρώτη φορά σε ένα τεράστιο συνωμοτικό δίκτυο πρωτοφανών διαστάσεων, μια συλλογική προσπάθεια που υπερέβη προσωπικές στρατηγικές, τοπικισμούς και κλειστούς ορίζοντες. Εξουδετέρωσε ακόμη και το ένστικτο αυτοσυντήρησης.

Ενώ, όμως, γνωρίζουμε τη δραστηριότητα των ηγετών της οργάνωσης, τις κεντρικές επιλογές και τον βασικό σχεδιασμό, δεν είναι ευρέως γνωστές οι διαδρομές κομβικών προσωπικοτήτων. Οπως ο Χριστόφορος Περραιβός, ο νεαρός συνεργάτης του Ρήγα, που θα αποτελέσει το αποτελεσματικότερο στέλεχος της Φιλικής, διεκπεραιώνοντας τις δυσκολότερες αποστολές. Ή ο Ιωάννης Παπαρρηγόπουλος, ο «διπλός πράκτορας», όπως τον ονομάζει ο Σπυρίδων Τρικούπης. Αλλά και λιγότερο συναρπαστικών περιπτώσεων, όπως εκείνες του εμπόρου Παναγιώτη Αρβάλη, του επισκόπου Σαλώνων Ησαΐα και του οικονόμου του Καποδίστρια, του Κωνσταντίνου Καντιώτη. Γι’ αυτούς και για το δίκτυο της Φιλικής γενικά, θα επανέλθουμε.
 
* Ο κ. Αριστείδης Χατζής είναι καθηγητής Φιλοσοφίας Δικαίου και Θεωρίας Θεσμών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και διευθυντής Ερευνών στο Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦίΜ). Η σειρά άρθρων με θέμα τα φιλελεύθερα, δημοκρατικά και νεωτερικά χαρακτηριστικά της Επανάστασης του 1821 αποτελεί μέρος του εκπαιδευτικού προγράμματος του ΚΕΦίΜ με θέμα: «Ελλάδα 2021: Διακόσια χρόνια από τη Φιλελεύθερη Επανάσταση».