ΑΠΟΨΕΙΣ

Οι εξετάσεις της ιθαγένειας και οι πολιτικοί θεσμοί

Πολύς λόγος γίνεται τελευταία σχετικά με τη διεξαγωγή των εξετάσεων για την απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας από άτομα που έχουν νομίμως μεταναστεύσει στη χώρα μας κατά το πρώτο μεταναστευτικό κύμα μετά το 1989 και στην οποία διαμένουν ανελλιπώς για μεγάλη χρονική περίοδο, συνήθως πάνω από μία 20ετία. Ολόκληρο το προηγούμενο χρονικό διάστημα μέχρι τη διεξαγωγή των εξετάσεων, αλλά και μετά το πέρας αυτών, εντάθηκαν και οι, διαφοροποιημένης πάντως σοβαρότητας, τοποθετήσεις και ερμηνείες σχετικά με τη ratio του σχετικού νόμου αλλά και τις «πραγματικές» επιδιώξεις και σκοπιμότητες της κυβέρνησης και ειδικότερα του υπουργείου Εσωτερικών.

Οσοι ανήκουν στους επικριτές των διαδικασιών του νέου νόμου, ας κάνουν τον κόπο να εξετάσουν τι συμβαίνει στη Γαλλία (Livret de citoyen), στην Ολλανδία και στη Γερμανία (τεστ εθνικότητας), στην Ισπανία (τεστ εθνικότητας από το Ινστιτούτο Cervantes), στο Η.Β. (Life in the UK test), στις ΗΠΑ (nationality test) ή στη Ρωσία. Ολες αυτές οι χώρες, αλλά και οι περισσότερες άλλες, πέρα από τον μάλλον φυσιολογικό όγκο της απαιτούμενης γραφειοκρατίας αλλά και τις δαιδαλώδεις εν ισχύι νομικές ρυθμίσεις και τις διαβαθμίσεις απόδοσης της ιθαγένειας, υποχρεώνουν τους υποψηφίους σε μια αρκετά δύστροπη εξέταση αποτελούμενη από ερωτήσεις (circa 25 ερωτήσεις με σωστές απαντήσεις πάνω από το 60% για να επιτύχει ένας υποψήφιος), οι οποίες σχετίζονται με την ικανότητά τους στη χρήση της γλώσσας, την ιστορία της χώρας, τον πολιτισμό της, τη γεωγραφία της και τη λειτουργία των πολιτικών θεσμών της. H λογική των εξετάσεων είναι προφανής: ένα νέο μέλος μιας πολιτικής κοινότητας πρέπει να κατανοεί και να χειρίζεται σχετικά άνετα τη γλώσσα, την ιστορία, τον πολιτισμό και τον τρόπο λειτουργίας των θεσμών μιας πολιτείας. Πρέπει να είναι σε θέση να επιδείξει ότι αντιλαμβάνεται τουλάχιστον τα βασικά χαρακτηριστικά της χώρας στην οποία επιθυμεί να ενταχθεί. Oποιος έχει την παραμικρή εμπειρία από τη λειτουργία του προηγούμενου συστήματος στη χώρα μας, με συνεντεύξεις ενώπιον μιας επιτροπής ιθαγένειας, θα θυμάται ότι πολλοί υποψήφιοι, που τελικώς επέτυχαν, δεν ήταν σε θέση να αναγνωρίσουν ούτε την Πελοπόννησο στον χάρτη! 

Η απαιτούμενη αίσθηση της πραγματικότητας για την απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας συμπεριλαμβάνει και την, σχετική έστω, κατανόηση της λειτουργίας των θεσμών του πολιτεύματος. Αυτή είναι μια προφανώς κρίσιμη παράμετρος. Oσοι αποκτήσουν την ελληνική ιθαγένεια θα έχουν το δικαίωμα να συμμετέχουν σε όλες τις εκλογικές διαδικασίες και στη διαμόρφωση των τελικών αποτελεσμάτων. Oπως ακριβώς και όλοι οι υπόλοιποι. Και όπως και σε όλους τους άλλους, απαιτείται και από αυτούς μια ελάχιστη κατανόηση του τρόπου λειτουργίας του πολιτικού συστήματος, των σχετικών προβλέψεων του Συντάγματος, των διαφορών μεταξύ των πολιτικών κομμάτων κ.λπ. Προφανώς και δεν ζητάμε να γίνουν οι υποψήφιοι παρ’ Αρείω Πάγω νομικοί, ή εκλογολόγοι. Αλλά από την άλλη μεριά η ίδια η έννοια του πολίτη και η συμμετοχή του/της στα κοινά απαιτεί και την ενημέρωσή του/της.

Από την άποψη αυτή, η ίδια η συμμετοχή στις εξετάσεις και η μελέτη των ερωτήσεων και των απαντήσεων της (αναρτημένης) Τράπεζας Θεμάτων συμβάλλουν στην ενημέρωση των υποψηφίων. Εντέλει, η απόδοση της ελληνικής ιθαγένειας (αλλά και της ευρωπαϊκής ιθαγένειας με ό,τι αυτό προς το παρόν συνεπάγεται, δεδομένης και της έναρξης της συζήτησης για το «μέλλον της Ευρώπης») δεν μπορεί να αποτελεί είδος «σημαίας ευκαιρίας», όπως φαίνεται, μάλλον αφελώς, να επιθυμούν αρκετοί, αλλά ούτε και μέσο αντιμετώπισης της υπογεννητικότητας στη χώρα μας, όπως ισχυρίζονται άλλοι.

Εγκυροι αναλυτές παραπονέθηκαν για τη δυσκολία των ερωτήσεων που έχουν αναρτηθεί στην Τράπεζα Θεμάτων, ισχυριζόμενοι μεταξύ άλλων ότι είναι «πάνω από τον μέσο όρο γνώσεων του μέσου Ελληνα πολίτη». Πρέπει να επισημανθεί ότι οι ερωτήσεις της Τράπεζας Θεμάτων, από τις οποίες θα εξεταστούν οι υποψήφιοι και οι οποίες αφορούν τους πολιτικούς θεσμούς, είναι μόλις έξι (5 και 1), καθώς και ότι έχουν δημοσιοποιηθεί (και οι εκατό) εγκαίρως, τρεις μήνες πριν από τις εξετάσεις. Σε αντίθεση με άλλες χώρες, οι έξι ερωτήσεις κληρώνονται από τις ήδη αναρτημένες εκατό ερωτήσεις. Επιπλέον, έχουν αναρτηθεί και οι απαντήσεις, κάτι που σχετικοποιεί απολύτως τις όποιες αιτιάσεις περί της δυσκολίας των ερωτήσεων αλλά και της δίκης προθέσεων που έχει ανεπιτυχώς επιχειρηθεί. Απαιτούν όμως μια σχετικά αξιοπρεπή προετοιμασία από τους υποψηφίους και αποτελούν ένα μικρό αλλά αποφασιστικό βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση, τη δημιουργία δηλαδή ενός οργανωμένου, διαφανούς και κατανοητού πλαισίου κανόνων και διαδικασιών για την απόδοση της ελληνικής ιθαγένειας. Εάν παρ’ όλα αυτά κάποιοι έχουν ακόμη αμφιβολίες, ας δοκιμάσουν να απαντήσουν στο βρετανικό ή στο γαλλικό ή στο αμερικανικό ερωτηματολόγιο.

* Ο κ. Μ. Ι. Τσινισιζέλης είναι καθηγητής του ΕΚΠΑ.