ΑΠΟΨΕΙΣ

Οι αόρατοι άλλοι

Το ποδήλατο ήταν δεμένο με δυνατό λουκέτο σε στύλο, πάνω στο πεζοδρόμιο στη γωνία του δρόμου, με τρόπο που εμπόδιζε τη χρήση της ράμπας απ’ όποιον βρισκόταν σε αναπηρικό καρεκλάκι, έσπρωχνε καρότσι μωρού ή έσερνε καροτσάκι της λαϊκής. Στη διαμάχη με τον αόρατο εχθρό –τον κλέφτη ποδηλάτων–, ο προσεκτικός ποδηλάτης έχει πλήρη συνείδηση της απειλής και επιδείκνυε εξίσου πλήρη αδιαφορία για τους άλλους αόρατους σε αυτή την υπόθεση – τον γέρο, τον άρρωστο, τον γονιό, το παιδί, τον οποιονδήποτε πολίτη που θέλει να περπατήσει στο πεζοδρόμιο χωρίς εμπόδια.

Παρακάμπτοντας το ποδήλατο, σκέφτηκα πόσο η ζωή μας ορίζεται από τον αόρατο άλλο: φυλασσόμαστε εναντίον απειλών που ίσως να μην αντιμετωπίσουμε ποτέ, ενώ η ελευθερία, η ησυχία και η αξιοπρέπειά μας περιορίζονται συνεχώς από συμπολίτες για τους οποίους οποιοσδήποτε άλλος εκτός από τον εαυτό τους είναι ανύπαρκτος ή ασήμαντος. Ενίοτε ευθυνόμαστε και εμείς για την επιλεκτική αντιμετώπιση του αόρατου άλλου: υπερβάλλουμε όσον αφορά τη συμπεριφορά των άλλων και υποτιμούμε τις συνέπειες των δικών μας πράξεων.

Ο ποδηλάτης πιθανότατα να είναι καλός άνθρωπος, που νοιάζεται για το περιβάλλον και –αν τον ρωτούσαμε– για τον συνάνθρωπό του. Ισως να επέκρινε και όποιον οδηγό έβλεπε να έκλεινε τη ράμπα με αυτοκίνητο. Τη στιγμή, όμως, που η πράξη του αναγκάζει άλλους να κατέβουν στο οδόστρωμα για να περάσουν, η αδιαφορία του είναι εξίσου επικίνδυνη για τους άλλους με αυτή του οδηγού, τόσο προσβλητική και εγωιστική όσο αυτού που παίζει τη μουσική στο αυτοκίνητό του τόσο δυνατά που τρίζουν τα τζάμια όταν περνάει, όσο αυτού που «πειράζει» την εξάτμιση για να διατυμπανίζει την κενότητά του, όσο αυτού που πετάει σκουπίδια όπου θέλει. Χαμογελώ όσο γράφω αυτές τις γραμμές – δεν μου διαφεύγει ότι όσο μεγαλώνω τόσο περισσότερο με ενοχλεί η αδιαφορία που δείχνουμε ο ένας προς τον άλλον. (Δεν γνωρίζω εάν το πρόβλημα επιδεινώνεται ή εάν η υπομονή μου εξαντλείται. Ισως είναι και τα δύο.) Πάντως, ένα απόκτημα της ώριμης ηλικίας είναι ότι αρχίζουμε να κατανοούμε ότι σε ένα ζευγάρι, σε μια ομάδα, σε μια συζήτηση, σε μια κοινωνία, είναι δύσκολο να ακούσουμε, να καταλάβουμε –να δούμε– ο ένας τον άλλον. Ο καθένας έχει πλάσει έναν κόσμο από μνήμες, φαντασιώσεις, πόθους, νίκες, απογοητεύσεις, απώλειες και παρεξηγήσεις που είναι δύσκολο για οποιονδήποτε άλλο να καταλάβει τον κόσμο των αναφορών του. Σαν τον ποδηλάτη, άλλη εικόνα έχει για τον εαυτό του και άλλη έχουν όσοι τον κρίνουν από την πράξη του: στα μάτια τους κι αυτός μπορεί να είναι αόρατος και ανώνυμος, οι συνέπειες της συμπεριφοράς του, όμως, είναι ορατές. Το ότι δεν βλέπουμε τα θύματα των πράξεών μας, και αυτοί δεν βλέπουν εμάς, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν πραγματικές συνέπειες.

Οταν οι πράξεις μας σε δημόσιο χώρο καθορίζονται όχι από ισχυρούς κανόνες που εφαρμόζονται (με την ύπαρξη αρκετών θέσεων στάθμευσης για όλων των ειδών οχημάτων, με την απομάκρυνση όποιου οχήματος παραβιάζει τον νόμο κ.ά.) αλλά από το πώς ο καθένας αντιλαμβάνεται την έννοια του δημόσιου χώρου, αναπόφευκτο αποτέλεσμα είναι η αυθαιρεσία και, συνεπώς, η αυτοδικία. «Η ελευθερία είναι η υπακοή εις τους νόμους», έγραψε στην «Ελληνική Νομαρχία» το 1805 ο «Ανώνυμος». Ο μεγάλος αόρατος Διαφωτιστής οραματίστηκε μια ελεύθερη Ελλάδα όπου οι πολίτες θα υπάκουαν σε νόμους που θα θέσπιζαν για να θωρακίσουν την ελευθερία τους. Οταν βλέπουμε πόσο επιλεκτικά εφαρμόζονται οι νόμοι, όταν ο καθένας είναι πάντα έτοιμος να δικαιολογήσει την απερισκεψία του, να καταγγείλει αυτή των άλλων και να θεωρήσει εαυτόν μόνιμο θύμα αδικίας, διαπιστώνουμε ότι η μακρά πορεία των ελεύθερων Ελλήνων οδηγεί σε μια μεγάλη παρεξήγηση: βλέπουμε τον νόμο όχι ως πλαίσιο και προστάτη της ελευθερίας αλλά ως περιορισμό της ελευθερίας. Φυλακίζουμε εαυτούς, δηλαδή, πίσω από τα κάγκελα της αυθαιρεσίας μας. Δίνουμε μάχες με φαντάσματα. Γι’ αυτό δεν μπορούμε να δούμε ούτε τον εαυτό μας ούτε τον άλλον, να νιώσουμε την αγωνία του άλλου, να πράξουμε το σωστό και όταν δεν μας βλέπει κανείς.