ΑΠΟΨΕΙΣ

Η Νταϊάνα και οι άνδρες της

i-ntaiana-kai-oi-andres-tis-561381676

Κάποιοι θυμόμαστε με ενάργεια ακόμα και πού καθόμασταν το 1995 όταν αντικρίσαμε στην οθόνη την πριγκίπισσα της Ουαλλίας να συνομιλεί, για πρώτη και τελευταία φορά, ζωντανά από το παλάτι του Κένσιγκτον με τον άγνωστο μέχρι τότε δημοσιογράφο Μάρτιν Μπασίρ. Μία συνέντευξη ορόσημο τόσο για το BBC όσο και για το παλάτι και τα 23 εκατ. θεατών στην Αγγλία. Το μαύρο σακάκι και το έντονο μαύρο μολύβι στα μάτια δήλωνε δυναμικότητα. Το υγρό γαλανό βλέμμα να περιφέρεται, εν χορώ με τη φράντζα, προς τα αριστερά για να χαμηλώσει συμπαρασύροντας το πιγούνι πριν στυλωθεί, έμπλεο συναισθήματος, στον συνομιλητή. Η έκφραση έκανε όλη τη δουλειά. Δήλωνε ευαλωτότητα. Στρογγυλεμμένα σύμφωνα, απουσία σύσπασης του προσώπου –αποκλειστική ειδικότης του αγγλικού άπερ κλας– με την κίνηση να διοχετεύεται στα χείλη. Η χαρακτηριστική παρακλητική φωνή να ξεχύνεται με σιγουριά. Η Νταϊάνα. Χαρισματική εισηγήτρια της «προσωπικής αλήθειας», εμπνεύστρια των εν οίκω που δημοσιοποιούνται, πρωτοπόρος χρήστρια μιας προσωπικής πλατφόρμας που εξέπεμπε παγκοσμίως. Αδιανόητα καλή στην επικοινωνία. Τόσο που ο κόσμος μετακινήθηκε και πλέον κοιτάει προς τα εκεί όπου έδειχνε, στην κουλτούρα των σελέμπριτι.

Ποιος ήταν, όμως, ο 33χρονος Μάρτιν Μπασίρ που του χάρισε τις καλύτερες ατάκες, προικίζοντάς τον με αναγνωρισιμότητα, καριέρα και δημοσιογραφικά βραβεία; Πώς βρήκε τον τρόπο να παρακάμψει ουρές χιλιομέτρων, των εκατοντάδων δημοσιογράφων, που εκλιπαρούσαν για μια συνέντευξη με την προσφάτως χωρισμένη πριγκίπισσα;. Προσέγγισε τον αδελφό της. Επεισε πρώτα τον συγγενή που τον οδήγησε σε εκείνη. Με δόλωμα πλαστογραφημένα τεκμήρια από κινήσεις τραπεζικών λογαριασμών από τις μυστικές υπηρεσίες στο προσωπικό της, κίβδηλα χαρτιά από νοσοκομεία για τη διακοπή εγκυμοσύνης της νταντάς που κυοφορούσε το παιδί του Καρόλου και ανυπόστατες εικασίες για παγιδευμένες τηλεφωνικές γραμμές. Επαιξε δόλια με τις ανασφάλειες, τις υποψίες και τις αγωνίες της και κέρδισε.

Είκοσι πέντε χρόνια μετά το σοκ της συνέντευξης, που έσπρωξε τη βασίλισσα εκείνα τα Χριστούγεννα να επιλέξει αντίπαλο κανάλι για το καθιερωμένο διάγγελμα, έρχεται στην επιφάνεια έρευνα που δείχνει ότι το BBC ευλόγησε τον τρόπο καθώς τον γνώριζε και τον αποσιώπησε. Ο δημοσιογράφος ξηλώνεται παραιτούμενος, ο γενικός διευθυντής παραιτείται απολογούμενος, ο αδελφός της τραβάει μια νοητή γραμμή συσχετίζοντας το γεγονός με τη γέφυρα Αλμά και τον θάνατό της. Ο νεότερος γιος μιλάει για κουλτούρα εκμετάλλευσης των μίντια. Ο μεγάλος, με ελεγχόμενο θυμό, κρίνει παράνομη τη συνέντευξη. Προτείνει να μην ξαναπροβληθεί, καθώς διαιωνίζει μια λανθασμένη αφήγηση που συνέβαλε στην επιδείνωση των σχέσεων των γονιών του, στους φόβους, στην απομόνωση και στην παράνοια της μητέρας του.

Εχουμε έναν ανήθικο δημοσιογράφο αλλά κι έναν απρόσβλητο δημόσιο οργανισμό που σχηματίζει την εθνική ταυτότητα κουνώντας συνέχεια το δάχτυλο για την ηθική του ανωτερότητα, το BBC. Με 20.000 υπαλλήλους και εγγυημένα έσοδα 3,5 δισ. τον χρόνο και το πάγιο μάθημα-μότο προς τους δημοσιογράφους, «αμεροληψία δεν σημαίνει αντικειμενικότητα και ουδετερότητα παρόλο που εμπεριέχει και τα δύο». Ναι, ξέρουμε, αν και υπάρχει πιο απλός τρόπος να ειπωθεί: αμεροληψία σημαίνει να συνυπολογίζεις όλες τις οπτικές γωνίες. Ευχαριστούμε τον οργανισμό «εμείς ξέρουμε καλύτερα» για τη διδακτέα ύλη. Υπάρχουν όμως και οι βασικές ηθικές αρχές. Που παραβιάζονται. Κραυγαλέα στην περίπτωση του παρουσιαστή παιδικής εκπομπής Τζίμι Σάβιλ, όταν ασελγούσε επί δεκαετίες σε κάθε καμαρίνι, σε κάθε γραφείο, σε κάθε διάδρομο του σταθμού με 72 παιδιά. Τότε αδιαφόρησαν και το 2016 που γνωστοποιήθηκε απλώς το συγκάλυψαν. Υποβάθμισαν το μεγαλύτερο σκάνδαλο θεσμοθετημένων βιασμών.
Οτιδήποτε ειπώθηκε σε αυτή την εκπομπή, βουλιμία, κατάθλιψη, αυτοτραυματισμοί, το περίφημο «είμαστε τρεις σε αυτόν τον γάμο, υπήρχε συνωστισμός», «θα ήθελα να είμαι η βασίλισσα της καρδιάς» ήταν υπολογισμένα σε βάθος. Ο,τι υπονοήθηκε με τη βοήθεια της εμφάνισης –κατάλληλης για κηδεία–, του μεϊκάπ και των παύσεων ήταν προβαρισμένα στην εντέλεια. Ολα ενορχηστρωμένα για να ασκήσουν τη μέγιστη ισχύ. Αυτό που η Νταϊάνα δεν υπολόγισε ήταν τα παιδιά της. Τον σαστισμένο 13χρονο Ουίλιαμ στο οικοτροφείο να παρακολουθεί τη μητέρα του μόνος στο γραφείο του διευθυντή. Ηταν μια γυναίκα πληγωμένη, προδομένη, πανέτοιμη για εκδίκηση. Δεν κρατιόταν να μιλήσει. Εάν δεν ήταν ο Μπασίρ, θα ήταν κάποιος άλλος. Η Νταϊάνα ήθελε να ξαναπροσδιορίσει τον εαυτό της. Ως θύμα, αλλά και ως ενήλικη δυνατή, θαρραλέα, που αποφάσισε να μιλήσει εύγλωττα και καθαρτήρια δημοσίως.

Οι άνδρες της ζωής της επιλέγουν να τη βλέπουν ακόμη ως 34χρονο ανήμπορο έρμαιο. Θέλουν να κλείσουν τον ήχο. Να ακυρώσουν μια συνέντευξη που σήμαινε πολλά για εκείνη. Ο αδελφός από τύψεις, τα παιδιά από στεναχώρια, όλοι επειδή θεωρούν ότι απέτυχαν να την προστατεύσουν ενόσω εκείνη ήθελε να αναλάβει τον έλεγχο της ζωής της. Τίποτα δεν συνδέει το ΒΒC με την παρισινή σήραγγα και τίποτα τη συνέντευξη με τον ήδη διαλυμένο γάμο της.
 
* Η κ. Ελεάννα Βλαστού είναι συγγραφέας και ζει στο Λονδίνο.