ΑΠΟΨΕΙΣ

Τελετουργίες δημοκρατικής συμμετοχής

teletoyrgies-dimokratikis-symmetochis-561405655

Διαδηλώσεις, απεργίες, ηλεκτρονική δημόσια διαβούλευση πάνω σε νομοσχέδια, παρουσία εκπροσώπων οργανώσεων στις αρμόδιες κοινοβουλευτικές επιτροπές, δημοψηφίσματα. Φαίνεται ευρύ το φάσμα των δικαιωμάτων και θεσμών μέσω των οποίων πολίτες και οργανώσεις μπορούν να συμμετάσχουν στην πολιτική. Ωστόσο, είναι διάχυτη η αίσθηση ότι οι πολίτες, ιδιαίτερα οι πιο αδύναμοι, δεν δραστηριοποιούνται, ούτε εκφράζονται πολιτικά. Και όσοι τυχόν εκφράζονται, δεν ακούγονται. Αυτό το δημοκρατικό έλλειμμα είναι μεγάλο, ιδίως τώρα που, μετά τους καιροσκοπισμούς και τους τυχοδιωκτισμούς της δεκαετίας του 2010, καθώς και την εθνική δοκιμασία της πανδημίας, έχει δημιουργηθεί ένα ελάχιστο πολιτικής συναίνεσης ως προς, π.χ., τον ψηφιακό μετασχηματισμό της οικονομίας ή την ενίσχυση του δημόσιου συστήματος υγείας.

Και ενώ στο χρονικό διάστημα ανάμεσα στις εκλογές, η λήψη αποφάσεων δεν είναι πεδίο απρόσιτο για τους πολίτες, είναι εμφανές ότι δεν είναι ούτε ιδιαίτερα προσβάσιμο. Το ρεπερτόριο θεσμών και δικαιωμάτων δημοκρατικής συμμετοχής δεν προσφέρει, εδώ και πολύ καιρό, παρά μόνο τελετουργικές ευκαιρίες συμμετοχής στους πολίτες. Η δημοκρατία δεν έχει περιοριστεί μεν στη διαδικασία ανάδειξης αξιωματούχων μέσω εκλογών, στο μεσοδιάστημα των οποίων οι εκλεγμένοι κυβερνούν ανενόχλητοι, αλλά ούτε έχει εμπλουτιστεί με ουσιαστική συμμετοχή των πολιτών στη λήψη των αποφάσεων.

Και τούτο παρά την ύπαρξη διεξόδων συμμετοχής. Για παράδειγμα, μεταξύ 13 και 27 Μαΐου 2021 έλαβε χώρα διαβούλευση για το πρόσφατο εργασιακό νομοσχέδιο στην ιστοσελίδα του αρμόδιου υπουργείου. Κατατέθηκαν 843 σχόλια σε επιμέρους διατάξεις του νομοσχεδίου, μερικά από τα οποία φαίνεται ότι λήφθηκαν υπόψη στην τελική διατύπωση του νομοσχεδίου. Είναι πάντως περιορισμένη η ανατροφοδότηση που λαμβάνει η εκάστοτε κυβέρνηση μέσω της διαβούλευσης. Στην προηγούμενη δεκαετία, άλλωστε, υπήρξαν νομοσχέδια που τέθηκαν σε διαβούλευση μόλις για 72 ώρες. Η διαβούλευση κατά καιρούς γίνεται τελετουργία.

Οι διαδηλώσεις εναντίον του εργασιακού νομοσχεδίου έδωσαν την εντύπωση της αναζωογόνησης της πολιτικής συμμετοχής. Ομως, για τους γνωστούς λόγους, οι απόντες από τις διαδηλώσεις ήταν οι μισθωτοί του ιδιωτικού τομέα, τους οποίους κυρίως αφορά το νομοσχέδιο. Τέτοιες διαδηλώσεις συχνότατα πλέον είναι τελετουργίες.

Αλλη διέξοδος συμμετοχής είναι η διεξαγωγή δημοψηφισμάτων. Οπως έχει ειπωθεί, συχνά οι πολίτες στα δημοψηφίσματα απαντούν σε οποιοδήποτε άλλο ερώτημα εκτός από αυτό που τους έχει τεθεί. Δηλαδή, με εξαίρεση θεμελιώδη ζητήματα (ανακήρυξη εθνικής ανεξαρτησίας, κατάργηση μοναρχίας κ.ά.), οι πολίτες, ψηφίζοντας υπέρ ή κατά σε ένα δημοψήφισμα, αποδέχονται ή απορρίπτουν την εκάστοτε κυβέρνηση συνολικά, όταν δεν διαμαρτύρονται για πρόσφατα μέτρα, άσχετα προς το δημοψήφισμα. Αλλωστε τα δημοψηφίσματα αφορούν μόνο τα ελάχιστα θέματα δημόσιας πολιτικής που μπορούν να τεθούν ως διλήμματα και όχι τα περισσότερα που είναι πολύπλευρα.

Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τη λειτουργία της δημοκρατίας, αλλά τις ίδιες τις κυβερνήσεις, καθώς αυτές δεν έχουν εικόνα για το τι σκέπτονται οι πολίτες. Στηρίζονται έτσι σε δικές τους, μη δημοσιοποιούμενες δημοσκοπήσεις και σε εκείνες που δημοσιοποιούνται από τις εταιρείες ερευνών. Οσες έρευνες δημοσιοποιούνται, προσελκύουν το ενδιαφέρον κυρίως ως προς την πρόθεση ψήφου (ποιος θα κέρδιζε σήμερα τις εκλογές). Τα ΜΜΕ δεν ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για άλλα ευρήματα, π.χ. την αποδοχή ή απόρριψη ενός νέου μέτρου. Ακόμα και αν οι δημοσκοπήσεις ήταν συστηματικότερες, η δημοκρατία δεν θα γινόταν πιο ποιοτική, ούτε η κυβέρνηση σοφότερη. Οι δημοσκοπήσεις, ως γνωστόν, είναι στιγμιαίες φωτογραφήσεις της κοινής γνώμης. Σπανιότατα αφορούν εναλλακτικές απαντήσεις στα ίδια ερωτήματα δημόσιας πολιτικής σε βάθος χρόνου.

Επιπλέον, η δημοσκοπική αποδοχή ή απόρριψη ενός μέτρου από την κοινή γνώμη δεν αποτελεί σημαντική «εισροή» προς το πολιτικό σύστημα.

Σημαντικότερη θα ήταν η διερεύνηση των αιτίων αποδοχής ή απόρριψης του μέτρου, καθώς και προτάσεων διαφοροποίησής του, προτού αυτό ψηφιστεί. Προς αυτήν την κατεύθυνση έχουν γίνει στην Ελλάδα μερικά βήματα, όπως η ίδρυση και λειτουργία της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής από το 1994 (στην Ε.Ε. από το 1957) και η δυνατότητα συμμετοχής των δημοτών σε ειδικές συνεδριάσεις του δημοτικού συμβουλίου (από το 2006). Είναι σημαντικοί θεσμοί, αλλά αφήνουν αδιάφορο τον πολύ κόσμο. Το υπόλοιπο ευρύτατο φάσμα θεσμών, που έχει θεμελιωθεί σε εκδοχές της θεωρίας της διαβουλευτικής δημοκρατίας, δεν χρησιμοποιείται: ομάδες μελέτης, focus groups, δημόσιες ακροάσεις, νομοθετικές πρωτοβουλίες πολιτών, πάνελ πολιτών και δομημένες συνελεύσεις τυχαίου δείγματος πολιτών. Ολα αυτά, που σε βάθος χρόνου θα ενέπνεαν δημοκρατικό ήθος στους πολίτες, έχουν συζητηθεί στη διεθνή και στην ελληνική βιβλιογραφία (Γ. Α. Τασόπουλος, Φιλ. Παιονίδης, κ.ά.). Ωστόσο, τέτοια εγχειρήματα συμμετοχής στην Ελλάδα έχουν πραγματωθεί μόνον τοπικά από θνησιγενείς πρωτοβουλίες πολιτών ή μόνο για τη διάρκεια ευρωπαϊκών ερευνητικών προγραμμάτων.

Οι ανοιχτές συνελεύσεις πολιτών, δημοφιλείς την περίοδο 2011-2014 στην Πλατεία Συντάγματος, δεν έλυσαν το διαρκές πρόβλημα της ουσιαστικής συμμετοχής στη λήψη των αποφάσεων. Οι συνελεύσεις αφενός έλαβαν αντικοινοβουλευτικό χαρακτήρα, άρα υπομόνευσαν τον σκοπό του εμπλουτισμού της δημοκρατίας στην κρατούσα συνταγματική εκδοχή της. Αφετέρου, οι συνελεύσεις γρήγορα «υιοθετήθηκαν» από την τότε αντιπολίτευση, έτσι ώστε να υψωθούν αδιαπέραστα τείχη ανάμεσα στους πολίτες και στις τότε κυβερνήσεις (και με ευθύνη των τελευταίων). Αρα τέτοιες συνελεύσεις είναι κακό παράδειγμα για το μέλλον, αν το ζητούμενο δεν είναι η πτώση των εκλεγμένων κυβερνήσεων στις πλατείες, αλλά η ουσιαστική επιρροή επί των κυβερνώντων στη διάρκεια της θητείας τους.

Συνοπτικά, οι ηλεκτρονικές διαβουλεύσεις, τα δημοψηφίσματα, οι δημοσκοπήσεις και οι ανοιχτές συνελεύσεις πολιτών δεν είναι επαρκή εργαλεία δημοκρατικής συμμετοχής. Δεν λύνουν το πρόβλημα ότι οι σύγχρονες δημοκρατίες αφήνουν αδιάφορους πολλούς πολίτες, καθώς αυτοί δεν έχουν τρόπους να επηρεάζουν ουσιαστικά τη λήψη αποφάσεων ανάμεσα στις εκλογικές αναμετρήσεις. Ειδικότερα σε μας, περισσότερο από άλλες χώρες της Ε.Ε., εκτός από το μακροχρόνιο φαινόμενο της πολιτικής αποξένωσης, έχει σωρευτεί υπόκωφη δυσανεξία, ως αποτέλεσμα της μακράς οικονομικής και υγειονομικής κρίσης. Οσο δεν ιδρύονται ουσιαστικοί θεσμοί, πέραν των εκλογών, για τη δημιουργική διοχέτευση της δυσανεξίας, οι τελετουργίες δημοκρατικής συμμετοχής θα συνεχίζονται χωρίς όφελος για τη δημοκρατία.
 
* Ο κ. Δημήτρης Α. Σωτηρόπουλος είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ερευνητής του ΕΛΙΑΜΕΠ.