ΑΠΟΨΕΙΣ

Πώς προστατεύουμε τη δημόσια υγεία;

pos-prostateyoyme-ti-dimosia-ygeia-561420934

Συγκλονιστικά γεγονότα όπως η πανδημία λειτουργούν ως υπενθυμίσεις: αναδεικνύουν κρίσιμες όψεις της ζωής που η δύναμη της συνήθειας μας κάνει να προσπερνούμε. Σαν τι; Πόσο ευάλωτοι είμαστε, πόσο κοινωνικά όντα είμαστε, πόσο αλληλεξαρτώμενοι είμαστε.

Δεν το ξέραμε; Το ξέραμε, αλλά δεν του δίναμε σημασία. Η εμπειρία του νεωτερικού ανθρώπου είναι εν πολλοίς ατομικιστική. Κατανοούμε τον εαυτό μας πρωτίστως ως κυρίαρχα άτομα που επιλέγουν και αυτοκαθορίζονται. Η ευαλωτότητα δεν μας απασχολεί σε διαρκή βάση, ενώ ο εξατομικευμένος τρόπος ύπαρξης παραβλέπει την κοινωνική μας φύση. Βλέπουμε τη ζωή περισσότερο ως καταναλωτές της Amazon και λιγότερο ως μέλη κοινότητας με αμοιβαίες υποχρεώσεις.

Η πανδημία ανατρέπει την κυρίαρχη νεωτερική εμπειρία, εφόσον δεν συνιστά ένα πρόβλημα ατομικής, αλλά δημόσιας υγείας. Ως άτομο μπορώ να είμαι απρόσεκτος με τη χοληστερίνη ή το σάκχαρό μου, επιβαρύνοντας την υγεία μου. Δεν επηρεάζω όμως τη δική σου. Αλλά αν έχω μολυνθεί από τον κορωνοϊό, η υγεία μου σε επηρεάζει, και αντιστρόφως. Η δημόσια υγεία δεν είναι το άθροισμα ατομικών φακέλων υγείας, αλλά η υγειονομική κατάσταση της συλλογικότητας: προκύπτει όχι αθροιστικά, αλλά διαδραστικά. Η εκπνοή μου γίνεται εισπνοή σου· αγγίζοντάς σε εισέρχομαι στο σώμα σου.

Κοινωνία σημαίνει μετοχή σε κάτι κοινό – δηλαδή, σχέση. Δεν είμαστε εξαϋλωμένες ψυχές, αλλά σχετιζόμενες ένσαρκες οντότητες. Αν η σχέση μας γίνει αγωγός λοιμωδών νοσημάτων, υποσκάπτει, εκτός από την αμοιβαία υγεία μας, την κοινωνική μας φύση – δεν μπορούμε πλέον να επι-κοινωνήσουμε πλήρως, άρα δεν μπορούμε να συν-εργασθούμε, να συν-χαρούμε και να συν-δημιουργήσουμε. Το βιο-λογικό ένστικτο της αυτοσυντήρησης υπερτερεί της ανάγκης για κοινωνική συμβίωση.

Η δημόσια υγεία είναι δημόσιο αγαθό, δηλαδή «μη αποκλειστικό» και «μη ανταγωνιστικό» (π.χ. ο καθαρός αέρας). Ως «μη αποκλειστικό» αγαθό, δεν μπορεί να αποκλειστεί κανείς από την κατανάλωσή του – το απολαμβάνουν όλοι. Ως «μη ανταγωνιστικό», η ατομική κατανάλωση του αγαθού δεν μειώνει τη διαθεσιμότητά του για τους άλλους. Οταν έχει χτιστεί τείχος ανοσίας, π.χ. για την ιλαρά, όλοι απολαμβάνουν την προστασία του, χωρίς να τη στερεί κανείς από κάποιον άλλον. Τα δημόσια αγαθά εγείρουν το ερώτημα της δικαιοσύνης. Από τη στιγμή που τα απολαμβάνουν όλοι, πρέπει να συνεισφέρουν όλοι. Πρέπει, συνεπώς, να μειωθεί η δυνατότητα λαθρεπιβασίας – τα παιδιά μου να μην κινδυνεύουν από ιλαρά επειδή εσείς έχετε εμβολιάσει τα δικά σας, ενώ εγώ αρνούμαι να τα εμβολιάσω. Να απολαμβάνω, δηλαδή, την υγειονομική προστασία χωρίς να συνεισφέρω σε αυτήν. Για λόγους δικαιοσύνης πρέπει να συνεισφέρω.

Η αντιστοιχία με τη φορολογία είναι εύλογη: όπως πληρώνουμε υποχρεωτικά τους φόρους μας για να απολαμβάνουμε δημόσια αγαθά (π.χ. ασφάλεια, Δικαιοσύνη, καθαρό περιβάλλον κ.λπ.), έτσι πρέπει να είναι υποχρεωτικός ο (ηλεγμένα ασφαλής) εμβολιασμός για να προστατεύεται η δημόσια υγεία. Σωστά;

Οχι ακριβώς. Στη φιλελεύθερη δημοκρατία δεν εκτιμούμε μόνο τα δημόσια αγαθά αλλά και την προσωπική αυτονομία. Το άτομο είναι φορέας δικαιωμάτων, ένα από τα οποία είναι η συναίνεσή του σε ιατρικές πράξεις. Ιδού, λοιπόν, το δίλημμα των δημοκρατικών κυβερνήσεων: για να προστατεύσουν ένα πολύτιμο δημόσιο αγαθό όπως η δημόσια υγεία πρέπει να λειτουργήσουν εξουσιαστικά (εφόσον έτσι μειώνεται η λαθρεπιβασία, άρα υπηρετείται η δικαιοσύνη), αλλά πρέπει, συγχρόνως, να μην καταπατούν την αυτονομία του πολίτη. Πώς το κάνουν; Εμμέσως, επιλεκτικά και αναλογικά.

Εμμέσως, με βάση την αρχή της λιγότερο περιοριστικής εναλλακτικής. Πιο απλά: όσο λιγότερο καταπιεστική είναι μια δημόσια πολιτική τόσο το καλύτερο. Οι φιλελεύθερες δημοκρατίες ασκούν ήπια ισχύ, πασχίζοντας να διατηρούν την ηθική νομιμοποίησή τους: ενημερώνουν, πείθουν, παραδειγματίζουν, διευκολύνουν, επιβραβεύουν, δυσκολεύουν, παρακινούν, επιβάλλουν κυρώσεις και όρους. Δίνουν, λ.χ., άδειες στους στρατευμένους (Κύπρος), προπληρωμένες κάρτες στους νέους κάτω των 25 ετών (Ελλάδα), ή δωρεάν μπίρα στους ενηλίκους (ΗΠΑ) για να εμβολιαστούν. Δυσκολεύουν την επιλογή του μη εμβολιασμού, καθιστώντας τη δαπανηρή (π.χ. με τακτικά τεστ ανίχνευσης του κορωνοϊού), θεσπίζοντας ρυθμίσεις στη διασκέδαση, στα ταξίδια κ.λπ.

Επιπλέον προωθούν επιλεκτικά τον υποχρεωτικό εμβολιασμό εκείνων των επαγγελματικών ομάδων που ασχολούνται με την υγεία και την περίθαλψη ευάλωτων ανθρώπων. Εφαρμόζουν την αρχή της αναλογικότητας, επιβάλλοντας βαθμούς υποχρεωτικότητας ανάλογα με τις ανάγκες, ενώ κρατούν την πλήρη υποχρεωτικότητα για εξαιρετικά επείγουσες καταστάσεις.

Ναι, αλλά τέτοια μέτρα είναι «διχαστικά». Σωστά; Οχι απαραίτητα. Οι διακρίσεις είναι θεμιτές όταν υπηρετούν τη δικαιοσύνη και το κοινό καλό. Η πολιτική των «θετικών διακρίσεων» στις ΗΠΑ ή της υποχρεωτικής ποσόστωσης γυναικών στα διοικητικά συμβούλια των νορβηγικών εταιρειών είναι δίκαιες διακρίσεις. Οποιος επιζητά τη δικαιοσύνη οφείλει να «διακρίνει», προκειμένου να αποθαρρύνει τον λαθρεπιβάτη, να επιβραβεύει τον κοινωνικά υπεύθυνο, να μειώνει τις ανισότητες. Το κοινό καλό δεν υπηρετείται πάντοτε αυθόρμητα – χρειάζονται μέτρα.

Ο κ. Τσίπρας χαρακτήρισε το μέτρο της προπληρωμένης κάρτας «εξαγορά». «Η αλληλεγγύη είναι στάση ζωής», είπε. «Δεν εξαργυρώνεται». Χμ… Κι αν αυτή η στάση ζωής απουσιάζει; Στα Γκουλάγκ και στις θεοκρατίες, ο εγωιστής «μικροαστός» κατηχείται για να αναμορφωθεί. Στις φιλελεύθερες δημοκρατίες τον σκουντάμε, τον παρακινούμε, τον δυσκολεύουμε, βάζουμε ειδικούς να του μιλήσουν, και, αν χρειαστεί, ναι, εξαγοράζουμε την «αλληλεγγύη» του ή, επί το ελληνικότερον, την αποσπούμε επιβάλλοντάς του «εισφορά αλληλεγγύης».

* Ο κ. Χαρίδημος Κ. Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και ερευνητής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Warwick.