ΑΠΟΨΕΙΣ

Σημείο αναφοράς για την ελληνική πραγματικότητα

Στην πολιτική και στον δημόσιο λόγο μας –όπου μπλέκονται γεγονότα, απόψεις, ψέματα, δοξασίες και φαντασιώσεις– λείπει σταθερό πλαίσιο συζήτησης. Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε για το πού βρισκόμαστε, πώς φθάσαμε εδώ, πού να στοχεύσουμε και πώς θα επιτύχουμε τους στόχους μας. Στις συζητήσεις στη Βουλή, στα ΜΜΕ και στα καφενεία, κύριος στόχος είναι να επιβάλουμε τη δική μας αντίληψη και γνώμη στους άλλους, «ερμηνεύοντας» την πραγματικότητα όπως μας βολεύει. Μας λείπει το σταθερό σημείο μιας κοινώς αποδεκτής αντίληψης της πραγματικότητας, ώστε να μπορέσουμε να βελτιώσουμε τις πολιτικές και τις επιδόσεις μας. Δεν είναι τυχαίο ότι όταν ξέσπασε η κρίση, ουδείς γνώριζε πόσο μεγάλος ήταν ο δημόσιος τομέας, πόσοι εργάζονταν σε αυτόν και πόσο στοίχιζε στη χώρα. Τέτοια κενά δύσκολα αναπληρώνονται, όπως βλέπουμε τα τελευταία χρόνια. Εάν, όμως, ένα βιβλίο μπορεί να φανεί εξαιρετικά χρήσιμο, προσφέροντας μιαν εμπεριστατωμένη και αξιόπιστη ανάλυση της δημόσιας ζωής στην Ελλάδα, αυτό είναι το «Oxford Handbook of Modern Greek Politics». Ο Κέβιν Φέδερστοουν, καθηγητής της έδρας Σύγχρονων Ελληνικών Σπουδών «Ελευθέριος Βενιζέλος» και διευθυντής του Ελληνικού Παρατηρητηρίου του London School of Economics, και ο Δημήτρης Σωτηρόπουλος, καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, επιμελούνται το μνημειώδες «εγχειρίδιο» των 752 σελίδων και τα 43 κεφάλαια-δοκίμια. Αυτοί και άλλοι 42 επιστήμονες παρουσιάζουν και αναλύουν την ελληνική πολιτική πραγματικότητα μέσα σε επτά ενότητες: ιστορικό πλαίσιο· πολιτικοί θεσμοί· πολιτικές παραδόσεις, παρατάξεις και κόμματα· κοινωνία· πολιτική κουλτούρα· εξωτερικές σχέσεις· πολιτική ηγεσία.

Ο τόμος καλύπτει κυρίως την περίοδο από τη Μεταπολίτευση έως το 2019, χρόνια στα οποία υπήρξε μια πρωτοφανής πολιτική σταθερότητα στην Ελλάδα, οπότε αποδείχθηκε στέρεη η δημοκρατία παρά την κρίση που ξέσπασε το 2010 και ανέτρεψε τις πολιτικές ισορροπίες δεκαετιών. Αποτελεί ένα «διάλογο» της Ελλάδας με τη διεθνή κοινότητα. Αναδεικνύει τις ελληνικές ιδιαιτερότητες, όπου παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, χωρίς να μένει σε αυτές: τις αναλύει σε σχέση με τις εξελίξεις σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες και στην Ευρωπαϊκή Ενωση και στον κόσμο. Από τους θεσμούς έως την εξωτερική πολιτική, αυτή η σχέση αναδεικνύει τις αλλαγές, αλλά και διαχρονικές συμπεριφορές. Διερευνά τις «ανισορροπίες» στο ελληνικό σύστημα και πώς αυτές συνδέονται μεταξύ τους. Ενα από τα μεγάλα ερωτήματα που βγαίνουν από την ανάγνωση του βιβλίου είναι πώς η Ελλάδα επιδίωξε και πέτυχε να βρίσκεται στον σκληρό πυρήνα της Ευρώπης, αλλά δεν κατάφερε να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις που απορρέουν απ’ αυτό και από την παγκοσμιοποίηση.

Σε παρουσίαση του βιβλίου που φιλοξένησε το LSE, ο Φέδερστοουν σημείωσε ότι ο Σωτηρόπουλος του πρότεινε το εγχείρημα. «Δεν είναι χρονολογική αφήγηση. Επιδιώκει να είναι ένα στοχαστικό σύνολο δοκιμίων που σχολιάζει και αναλύει τον αναπτυξιακό δρόμο που ακολούθησε η Ελλάδα σε αυτό το διάστημα (από το ’74), αναδεικνύοντας τη συνέχεια και τις αλλαγές», είπε. Στόχος ήταν να αναπληρωθεί ένα κενό, να παρουσιαστεί μια συνολική εικόνα της ελληνικής πολιτικής σε έναν τόμο. Ετσι, πέρα από την αντοχή των δημοκρατικών θεσμών και τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των Ελλήνων, αναλύονται ζητήματα όπως η αδύναμη και πολιτικοποιημένη δημόσια διοίκηση, οι σχέσεις κράτους – κοινωνίας και Εκκλησίας – κράτους και ελληνισμού, η έλλειψη ξένων επενδύσεων, η δυσκολία να εφαρμοστούν μεταρρυθμίσεις, η επαναλαμβανόμενη ανάγκη για βοήθεια από το εξωτερικό, η απέχθεια για τον οικονομικό φιλελευθερισμό κ.ά.

Κάθε κεφάλαιο αποτελεί σημείο αναφοράς του θέματος που καλύπτει. Συλλογικά, ο τόμος δείχνει πως η πολιτική επιστήμη εξελίσσεται στην Ελλάδα, αποτελεί παράδειγμα και πρόσκληση προς την ελληνική επιστημονική κοινότητα να απευθυνθεί στον υπόλοιπο κόσμο, να ξεφύγει από τις συνήθεις «εσωτερικές διαμάχες». Οι συμμετέχοντες στο εγχείρημα έχουν μακρά πείρα ως καθηγητές και ερευνητές σε πανεπιστήμια στην Ελλάδα, στη Βρετανία, στις ΗΠΑ, στον Καναδά, στη Γαλλία και στη Γερμανία. Ο καθένας φέρνει τη δική του θεωρητική ματιά, όλοι μαζί δημιουργούν μια πολυδιάστατη, διεπιστημονική και ολοκληρωμένη εικόνα της πολιτικής επιστήμης και της πολιτικής πραγματικότητας στην Ελλάδα.

Ευτύχημα είναι ότι το βιβλίο είναι στα αγγλικά και χρήσιμο για ένα ευρύ διεθνές κοινό. Αξίζει έπαινος στον εκδοτικό οίκο του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης που ανέλαβε τόσο μεγάλο εγχείρημα για μια χώρα που δεν βρίσκεται στην πρώτη γραμμή των διεθνών εξελίξεων. Είναι κρίμα, όμως, ότι έως ότου μεταφραστεί στα ελληνικά, πολλοί φοιτητές και το ευρύτερο κοινό θα στερούνται αυτό το μοναδικό σημείο αναφοράς για το πού βρισκόμαστε σήμερα. Μετά τόσα χρόνια κρίσης και πανδημίας, 200 χρόνια μετά την αρχή της Επανάστασης, έχουμε ανάγκη να δούμε πού είμαστε και να γνωρίζουμε πού πάμε.