ΑΠΟΨΕΙΣ

Παχιά λόγια, ισχνά έργα, καμένα δάση

Η πρόσφατη έκθεση του Διακυβερνητικού Πάνελ για την Κλιματική Αλλαγή βεβαιώνει επιστημονικά αυτό που στη Μεσόγειο γνωρίζουμε βιωματικά: ένα όλο και πιο ζεστό κλίμα, που καθιστά τα ακραία καιρικά φαινόμενα πιο πιθανά. «Είναι σχεδόν βέβαιο», λέει η έκθεση, «ότι ακραία υψηλές θερμοκρασίες (συμπεριλαμβανομένων των καυσώνων) έχουν γίνει πιο συχνές και πιο έντονες στις πλείστες εδαφικές περιοχές (του πλανήτη) από τη δεκαετία του 1950 και μετά (…). Μερικές πρόσφατες από τις ακραία υψηλές θερμοκρασίες θα ήταν εξαιρετικά απίθανο να συμβούν χωρίς την ανθρώπινη επιρροή στο κλιματικό σύστημα».

H έκθεση στοιχειοθετεί λεπτομερώς την «άνευ προηγουμένου» κλιματική αλλαγή με πιθανολογική γλώσσα. Η εμπειρία, όμως, του ανθρώπου που έχασε το βιος του ή βλέπει τη ζωή του να υποβαθμίζεται οικολογικά και οικονομικά, εκφράζεται με την οδυνηρή βεβαιότητα που έχει κάποιος όταν χάνει ένα αγαπημένο του πρόσωπο.

Βιώνουμε την καταστροφή που επιφέρουν μεγάλες πυρκαγιές ως πένθος. Με εξαίρεση τους πληγέντες, βέβαια, το πένθος μας είναι επιφανειακό: μια πρόσκαιρη στενοχώρια, η οποία σύντομα προσπερνάται. Είναι αναπόφευκτο. Η ζωή μάς σκουντά· πιο άμεσες ανάγκες τραβούν την προσοχή μας. Το πένθος, ωστόσο, αν το βιώσουμε αυθεντικά, μπορεί να ενεργοποιήσει το πάθος: να ξαναδούμε με αποφασιστικότητα τον τρόπο που προστατεύουμε τα δάση και διαχειριζόμαστε τη δασοπυρόσβεση.

Εδώ, όμως, αρχίζουν τα δύσκολα. Ο δασικός πλούτος, και το περιβάλλον γενικότερα, συνιστά δημόσιο αγαθό για το οποίο μεριμνούν δημόσιοι θεσμοί. Η λειτουργία των τελευταίων αντανακλά τη συλλογική αυτοκατανόηση για τις προτεραιότητες του δημόσιου βίου. Ποια είναι αυτή;

Πρώτον, προσεγγίζουμε τις φυσικές καταστροφές με όρους άμετρης κομματικής σύγκρουσης: η εκάστοτε αντιπολίτευση κατηγορεί την εκάστοτε κυβέρνηση για «εγκληματικά λάθη». Η κατάχρηση της κατηγορίας αποπροσανατολίζει. Εισερχόμενη στην κομματική παλαίστρα, η Πολιτική Προστασία παύει να είναι ένα θεσμικό-τεχνικό θέμα: μετατρέπεται σε μέρος του μηδενικού αθροίσματος κομματικού παιγνίου. Η κυβέρνηση θέλει να ελαχιστοποιήσει το πολιτικό κόστος, ενώ η αντιπολίτευση επιδιώκει να το μεγεθύνει. Ο δημόσιος λόγος γίνεται χονδροειδής. Μπορούμε να μάθουμε από τον ώριμο τρόπο που συζητούν φυσικές καταστροφές χώρες όπως η Αυστραλία και η Γερμανία;

Δεύτερον, η αποτελεσματικότητα της Πολιτικής Προστασίας είναι συνάρτηση της θεσμικής μνήμης. Μαθαίνει μόνο ο οργανισμός που θυμάται – τι έκανε λάθος και πώς μπορεί να το διορθώσει. Η οργανωσιακή μάθηση προϋποθέτει διοικητική αυτοτέλεια, κατάλληλες οργανωτικές ρουτίνες και ρηξικέλευθα διερωτητικό πνεύμα.

Μάθαμε κάτι από τις φρικτές πυρκαγιές του 2007 (Πάρνηθα, Ηλεία κ.λπ.) και του 2018 (Μάτι); Ο,τι μάθαμε στηρίζεται κυρίως σε εκθέσεις εισαγγελικών αρχών και ιδιωτών εμπειρογνωμόνων, όχι σε έρευνες ανεξάρτητων δημόσιων θεσμών. Αρκεί αυτό; Οχι. Οι εισαγγελικές εκθέσεις αποσκοπούν στο να ερευνήσουν προσωπικές ευθύνες, ενώ οι ανεξάρτητες δημόσιες έρευνες να εντοπίσουν οργανωτικά-διοικητικά λάθη και να προτείνουν μέτρα. Επιπλέον, μόνο μια αξιόπιστη δημόσια έρευνα μπορεί να περιβληθεί με αδιαμφισβήτητο κύρος, ικανό να παραγάγει πολιτικά αποτελέσματα.

Το 2009, μετά την καταστροφική πυρκαγιά στη Βικτόρια της Αυστραλίας (173 θάνατοι, 4 δισ. δολάρια ζημίες), η πολιτειακή κυβέρνηση συνέστησε Βασιλική Επιτροπή για τη διεξαγωγή δημόσιας έρευνας (public inquiry) για τη συγκεκριμένη πυρκαγιά. Η επιτροπή εξέτασε πάνω από 400 μάρτυρες και συνέταξε εκτενή έκθεση, κορύφωση της οποίας ήταν 67 συστάσεις για την καλύτερη διαχείριση δασικών πυρκαγιών. Η κυβέρνηση τις αποδέχθηκε, λογοδοτώντας στη Βουλή για την εφαρμογή τους. Ετσι προσεγγίζουν ορθολογικά τις φυσικές καταστροφές οι θεσμικά ώριμες κοινωνίες.
Δεν έχουμε τέτοια παράδοση στην Ελλάδα. Κι όταν, σπάνια, διαθέτουμε πόρισμα επίσημης επιτροπής (όπως αυτό της επιτροπής Γκόλνταμερ μετά το Μάτι), αφενός δεν αφορά συγκεκριμένη πυρκαγιά, αφετέρου αγνοείται. Κατά πάγια ελληνική παράδοση, η κυβέρνηση Μητσοτάκη αγνόησε το πόρισμα Γκόλνταμερ που παρήγγειλε η κυβέρνηση Τσίπρα. Αν ο πρωθυπουργός θέλει πράγματι να προβεί στον «εντοπισμό των όποιων αδυναμιών», όπως σωστά είπε, ξέρει τι πρέπει να κάνει: να εισαγάγει τον θεσμό της ανεξάρτητης δημόσιας έρευνας, όπως λειτουργεί στις αγγλοσαξονικές χώρες.
Τέλος, η προστασία του περιβάλλοντος δεν συνιστά αυταξία, ούτε για την κοινωνία ούτε για τις κυβερνήσεις μας. Από το 2011 έχουν επισήμως δηλωθεί 1.698.641 αυθαίρετα. Το πελατειακό κράτος καθιστά εύκολη την οικιστική αυθαιρεσία και δύσκολη την αναίρεσή της. 

Τελεσίδικες αποφάσεις κατεδάφισης δεν υλοποιούνται, καθότι αντιδρούν οι θιγόμενοι, με τη συμπαράσταση πολιτικών όλων των κομμάτων. Χωρίς να είναι οι μόνοι, οι βουλευτές Αττικής της Νέας Δημοκρατίας κ. Βλάχος, Μπούρας και Οικονόμου έχουν διακριθεί για την ιδιαίτερη προθυμία με την οποία εκδηλώνουν, κατά καιρούς, το ενδιαφέρον τους για την προστασία των αυθαίρετων οικιστών. 

Τον περασμένο Μάρτιο, η Βουλή υπερψήφισε υπουργική τροπολογία με την οποία ανεστάλησαν όλες οι κατεδαφίσεις αυθαιρέτων σε αιγιαλούς και παραλίες μέχρι τις 31/10/21. Η εκτός σχεδίου δόμηση, σε οικόπεδα κάτω των 4 στρεμμάτων, πρόσφατα επετράπη, με πρωτοβουλία του υπουργείου Περιβάλλοντος.

Τιμώντας τη μνήμη του εθελοντή δασοπυροσβέστη Βασίλη Φιλώρα, ο πρωθυπουργός δήλωσε: «Η μεγαλύτερη τιμή στη μνήμη του είναι να προστατεύσουμε το φυσικό μας περιβάλλον». Ακριβώς. Καταργήστε, κ. Μητσοτάκη, τις ρουσφετολογικές τροπολογίες υπουργών σας και αποβάλετε από το κόμμα σας όσους βουλευτές έχουν αποδεδειγμένα υποστηρίξει τους αυθαιρετούχους. Αν αναλάβετε το συναφές κόστος, η ηγετική σας πράξη θα σηματοδοτήσει την απαρχή μιας νέας συλλογικής αυτοκατανόησης. Την έχουμε ανάγκη όσο ποτέ.

* Ο κ. Χαρίδημος Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και ερευνητής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Warwick.