ΑΠΟΨΕΙΣ

Τα καλοκαίρια της ζωής μας

ta-kalokairia-tis-zois-mas-561466450

Κάθε χρόνο εναποθέτω όλες μου τις προσδοκίες στις καλοκαιρινές διακοπές. Τις θέλω ζεστές, ράθυμες, παρατεταμένες, απρόσμενες στις γνωριμίες, προβλέψιμες στα συμβάντα, ξεκούραστες και νεανικά ξεπατωμένες. Παρεΐστικες και ταυτόχρονα μοναχικές. Επιφανειακές πέρα για πέρα και βαθιές μέχρι εκεί όπου φτάνει η βουτιά μου. Θα ήθελα, υποδειγματικά, οι επιθυμίες που στοιβάζω επί ένα χρόνο νοητά να ξεδιπλώνονται με ακρίβεια ελβετικού ρολογιού στις ελληνικές εβδομάδες των διακοπών μου. Εφτασα στην Ελλάδα και ρώτησα τη μητέρα μου εάν θα περάσουν χρόνο με φίλους αυτή την περίοδο, και πήρα την απάντηση «οι περισσότεροι φίλοι μας δεν ζουν πια», και μου απαρίθμησε όσους ζουν. Αυτό έγινε στην αρχή του καλοκαιριού, αλλά η φράση σκάλωσε στο μυαλό μου. Κάτι ισχυρότερο επιτεύχθηκε, έχω εμπλακεί συναισθηματικά σε αυτήν τη φράση. Αν και δεν ειπώθηκε δραματικά, καθώς οι μεγαλύτεροι έχουν τη σοφία και την ικανότητα να αντικαθιστούν το δράμα με τη νηφαλιότητα όταν τα δεδομένα είναι μη αναστρέψιμα, η φράση με εγκλώβισε γιατί κουβαλάει όλο τον σπαραγμό της μοναξιάς και της απώλειας. Πώς είναι άραγε τα καλοκαίρια χωρίς φίλους;

Και ποιος θυμάται τα προηγούμενα καλοκαίρια; Εάν το αρχείο των αναμνήσεων ξεθωριάζει, εάν είναι ολιγάριθμοι όσοι το συντηρούν, σίγουρα παραποιείται και στο τέλος θα σβηστεί. Αυτοί ήταν οι συλλογισμοί μου, και όταν μια σκέψη σουλατσάρει τραβάει σαν μαγνήτης ό,τι τριγυρνάει δίπλα. Και έτσι χθες σκόνταψα σε μια σελίδα που έγραφε ότι «ανάμνηση είναι μια στιγμή, μια σκηνή, ένα γεγονός που έχει παγιωθεί και άρα έχει γλιτώσει απ’ τη λήθη. Εμπλέκονται τόσο πολλά αντικρουόμενα συναισθήματα, που δεν είμαστε ποτέ ικανοποιημένοι και ίσως να είναι δουλειά του αφηγητή ν’ ανασκευάζει τα πράγματα. Οπως και να ’χει, όταν μιλάμε για το παρελθόν δεν σταματάμε ούτε στιγμή να λέμε ψέματα». Αυτά διάβασα στο εξαιρετικό, ελλειπτικά συμπυκνωμένο «Αντίο τώρα, τα λέμε αύριο» (εκδ. Gutenberg).

Ποιο είναι το ευκταίο νούμερο καλοκαιριών; Με ενενήντα πέντε καλοκαίρια φορτωμένα με εμπειρίες θα ήμουν ικανοποιημένη, αλλά δεν θα ήθελα να είμαι η μοναδική επιζήσασα αφηγήτρια, γιατί σίγουρα θα κατέφευγα σε παραποιήσεις και ψέματα. Με έναν τρόπο δηλαδή θα «έκαιγα» τις αναμνήσεις που δημιουργήθηκαν κάτω από καυτές θερμοκρασίες για να βολεύουν τη ματαιοδοξία μου ή για να βολεύεται το μνημονικό μου στον περιορισμένο χώρο που η προχωρημένη ηλικία θα του παρέχει.

Παλιότερα ο χειμώνας ήταν η επικίνδυνη εποχή του χρόνου, η υπερθερμασμένη σύγχρονη εποχή φέρνει τους ζεστούς μήνες πιο κοντά σε υποδηλώσεις θανάτου. Πολλά άσχημα γεγονότα λαμβάνουν χώρα τoυς θερινούς μήνες. Ιδιαίτερα αυτό το καλοκαίρι, που δεν είναι. «Αυτό είναι ένα καλοκαίρι θρήνου, του οδυρμού της ανεμελιάς», μου είπε ο φίλος μου ο Σταμάτης. Και μετά, χωρίς πολλά πολλά, πρόσθεσε «πάω να μαζέψω τον φίλο μας». Ο κοινός μας φίλος είχε στείλει την οικογένειά του σε νησί, είχε πακετάρει ό,τι θεωρούσε πολύτιμο στο αυτοκίνητο, είχε βρέξει και ξαναβρέξει τους τοίχους και τις βεράντες και αρνούνταν να φύγει από το σπίτι του. Περίμενε. Μονάχα ο σκύλος που λούφαζε δίπλα από ένα κεσεδάκι νερό, προσποιείτο ρουτίνα. Πόσο εύκολα εικονογραφείται η μονοτονία αληθοφανώς –με ένα ξεχειλισμένο κεσεδάκι νερό– και πόσο παράταιρη μοιάζει. Και περίμενε. Ο καπνός τούς κάλυπτε, και τη στιγμή που είδε από μακριά τις φλόγες εμφανίστηκε ο Σταμάτης. Πλησίασαν ο ένας τον άλλον και στήθηκαν δίπλα δίπλα, με τον τρόπο που στήνονται για να μιλήσουν οι άντρες. Ποτέ αντικριστά, πάντα στο πλάι. Το αντικριστά προϋποθέτει κοίταγμα στα μάτια και οι άντρες φυλάσσουν το βλέμμα για τις γυναίκες και τις μεταξύ τους δραματικές εντάσεις. Δύο άντρες και ένας σκύλος και η φωτιά να πλησιάζει. Μια βίαιη κατάσταση βιασύνης.

Ο Σταμάτης λοξοκοίταξε στο πρόσωπο του φίλου τον την ξενυχτισμένη απόγνωση, τον ιδρώτα να κυλάει, την αγωνία και τα ξεραμένα δάκρυα να βαθαίνουν τις ρυτίδες στα μάτια, τον πόνο του να αφήνεις το σπίτι που ενδεχομένως δεν θα ξαναδείς, την αβεβαιότητα για τα αυριανά νέα. Μπροστά στα μάτια και των δύο ζωντάνεψαν η απόλαυση μιας απογευματινής βουτιάς στη Νάξο πριν επιβιβαστούν στο καΐκι για τα Κουφονήσια, ένα στιγμιότυπο από τη συναυλία στον Λυκαβηττό, μια φωτογραφία που έκαναν ορειβασία, άλλη μία να ποζάρουν ομαδικά στο ηλιοβασίλεμα. Το ένα στιγμιότυπο διαδεχόταν το άλλο. «Φωτογραφίες καλοκαιρινών διακοπών», μου είπε ο Σταμάτης, «δεν είχαμε τον χρόνο να της δούμε όλες», αλλά αυτές ήταν αρκετές για να τον πείσουν, λειτούργησαν καταλυτικά. Το άλμπουμ με τις εικόνες μιας φιλίας διασώθηκε. Ηταν το τελευταίο αντικείμενο που πάρθηκε από τη βιβλιοθήκη. Εφυγαν μαζί, δύο άντρες και ένας σκύλος, στηριγμένοι στη φιλία τους, στην ποιότητα της σχέσης τους, στο δέσιμό τους από το παρελθόν, στην εμπειρία του τώρα και στην προσμονή της αμεριμνησίας των επόμενων καλών καιρών της ζωής τους.

* Η κ. Ελεάννα Βλαστού είναι συγγραφέας και ζει στο Λονδίνο.