ΑΠΟΨΕΙΣ

Η σωτηρία των δασών είναι πολύ μεγάλο πράγμα

Πάνω από 1.200.000 στρέμματα δάσους κάηκαν μέσα σε 15 μέρες, σχεδόν τα μισά από αυτά στην πολύπαθη από τις φωτιές Εύβοια. Ωστόσο, πέρα από τις συνηθισμένες πολιτικές κοκορομαχίες –«εσύ φταίς», «όχι, εσύ»– στη Βουλή και τις απίθανες θεωρίες συνωμοσίας στο Διαδίκτυο –καίνε τα δάση για να «φυτέψουν» ανεμογεννήτριες ή προστατεύουν τους πλούσιους και αφήνουν τους φτωχούς να καούν–, ελάχιστες σοβαρές προτάσεις ακούστηκαν στον δημόσιο διάλογο.

Βεβαίως, ούτε Τούρκοι κατάσκοποι ούτε φανατικοί των αιολικών πάρκων είναι οι υπεύθυνοι για τις φωτιές που ξέσπασαν φέτος συγχρόνως σε όλη τη Μεσόγειο – αλλά και στην Καλιφόρνια που έχει παρόμοιο με το δικό μας κλίμα.

Πρέπει να τους αναζητήσουμε στην εγκληματική αδιαφορία μας για το περιβάλλον και στην αδυναμία μας να διαχειριστούμε με επάρκεια τη νέα κατάσταση που διαμορφώνεται από τους πολυήμερους καύσωνες, την τρομερή ξηρασία και την πλήρη εγκατάλειψη των δασών μας στην τύχη τους. Αν δεν σκύψουμε με σοβαρότητα πάνω από το πρόβλημα, θα μετράμε κάθε καλοκαίρι εκατομμύρια καμένα στρέμματα δάσους, με τις φωτιές να σβήνουν στη θάλασσα αφού έχουν κάψει τα πάντα, όπως έγινε στο Μάτι το 2018 και στην Εύβοια φέτος.

Προφανώς για τη φετινή  καταστροφή υπάρχουν ευθύνες της Πυροσβεστικής – το παραδέχτηκε και ο ίδιος ο πρωθυπουργός, ζητώντας συγγνώμη για την αστοχία. Ομως, η τραγική αλήθεια είναι ότι με τα πυροσβεστικά μέσα που μπορεί να έχει μια χώρα του δικού μας μεγέθους και πλούτου, είναι πρακτικά αδύνατον να αντιμετωπιστούν πολλαπλές μεγάλες πυρκαγιές που βρίσκονται παράλληλα σε εξέλιξη. Κι όταν καίγονται η Βαρυμπόμπη και η Ολυμπία, είναι επόμενο η Πυροσβεστική να βάλει σε τρίτη προτεραιότητα την Εύβοια, αφήνοντάς την ουσιαστικά αβοήθητη για δύο ημέρες.

Γι’ αυτόν τον λόγο η πολιτεία έχει χρέος να βοηθήσει με όλες της τις δυνάμεις τους κατοίκους της βόρειας Εύβοιας, που είδαν τον τόπο τους και τις περιουσίες τους να καίγονται για δεύτερη φορά τις τελευταίες δεκαετίες. Και να τους αποζημιώσει γρήγορα και γενναιόδωρα για την αναγκαστική ολιγωρία της κρατικής πυροσβεστικής μηχανής – η ανάθεση αποκατάστασης της περιοχής στον αποτελεσματικό και έμπειρο Σταύρο Μπένο δημιουργεί ελπίδες επιτυχίας.

Το μόνο θετικό από τις φετινές πυρκαγιές είναι ότι λειτούργησε η διαδικασία έγκαιρης εκκένωσης οικισμών, ώστε να μην υπάρχουν θύματα. Το «112» της Πολιτικής Προστασίας προειδοποιεί εγκαίρως, ενώ η αστυνομία πάει πλέον από πόρτα σε πόρτα στα σπίτια όπου πλησιάζει η φωτιά. Αν μη τι άλλο, το κράτος πήρε το οδυνηρό μάθημα της τραγωδίας στο Μάτι.

Είναι επείγουσα πάντως η ανάγκη να χαραχθεί μια νέα πολιτική αντιμετώπισης των πυρκαγιών και προστασίας των δασών μας. Μια έξυπνη πολιτική, που δεν θα βασίζεται σε απαγορεύσεις, αλλά στην πρόληψη και στη γνώση, που θα βοηθάει στη σωστή διαχείριση των δασών και θα ενθαρρύνει τη  διασύνδεσή τους με τις τοπικές κοινωνίες. Γιατί εάν οι άνθρωποι που κατοικούν κοντά στα δάση εξαρτώνται από αυτά για την οικονομική τους επιβίωση (από τον εκδρομικό τουρισμό και το χάικινγκ έως τη συλλογή ρετσινιού και μανιταριών, τη μελισσοκομία και την υλοτομία) είναι βέβαιο ότι θα κάνουν το παν για να τα προστατεύσουν. Χρειάζεται μια νέα πολιτική που θα βοηθάει στην τολμηρή διάνοιξη δασικών δρόμων, στη δημιουργία αντιπυρικών ζωνών, στον καθαρισμό και στην αραίωση των δέντρων. Που θα ζητάει τον εκσυγχρονισμό των δασαρχείων, την εγκατάσταση πυροσβεστικών κρουνών μέσα στα δάση και θα απαιτεί την υπογειοποίηση των καλωδίων της ΔΕΗ. Που θα ενθαρρύνει εθελοντικές δράσεις και θα επιτρέπει στους κατοίκους των περιοχών να κόψουν μια κλάρα πεύκο όταν ακουμπάει στη σκεπή του σπιτιού τους και να αντικαταστήσουν ένα αυτοφυές πευκάκι που βγήκε στην αυλή τους με άλλα λιγότερο εύφλεκτα δεντράκια, με οπωροφόρα – λεμονιές, μηλιές, ροδιές. Που θα προβλέπει εξοντωτικές ποινές για τους  πολίτες που βάζουν σε κίνδυνο τα δάση, αλλά θα πριμοδοτεί εκείνους που διατηρούν στα σπίτια τους αντιπυρικό εξοπλισμό –δεξαμενή νερού, μια μικρή γεννήτρια, μάνικες– για να μπορούν να προστατεύσουν την περιουσία τους σε περίπτωση πυρκαγιάς. 

Αυτονόητα φαίνονται όλα αυτά. Κι όμως, παραμένουν ζητούμενα. Λείπει ο κοινός νους από τις υπηρεσίες του κράτους.