ΑΠΟΨΕΙΣ

Πυρηνική ενέργεια και Τουρκία

Οπως είναι λογικό, η ανάπτυξη πυρηνικής τεχνολογίας δεν εκλαμβάνεται θετικά από την πλειοψηφία της κοινής γνώμης. Εικόνες όπως αυτές από το Ναγκασάκι και τη Χιροσίμα, τα ατυχήματα στο Τσερνόμπιλ, τη Φουκουσίμα και αλλού, συνεχίζουν δίκαια να σοκάρουν και να προκαλούν φοβία. Επιπλέον, η πιθανότητα χρήσης της για στρατιωτικούς σκοπούς την καθιστά ζήτημα που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής και διεθνούς επιτήρησης.Η Τουρκία είναι μια χώρα με μεγάλη ανάγκη εισαγωγής ενέργειας από το εξωτερικό, ιδιαίτερα τα τελευταία 20 χρόνια. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, το 74% των ενεργειακών της αναγκών καλύπτεται από την εισαγωγή ενέργειας από το εξωτερικό. Αντιμέτωπη με αυτή την πραγματικότητα, χάραξε τους εθνικούς στόχους, που δημοσιεύονται και στην ιστοσελίδα του τουρκικού ΥΠΕΞ. Ο στόχος να εξελιχθεί σε πυρηνική δύναμη γεννήθηκε πριν από πολλές δεκαετίες, ωστόσο εκπληρώνεται τώρα μέσω του εργοστασίου πυρηνικής ενέργειας που χτίζεται στο Ακούγιου, μια σεισμογενή περιοχή μόλις 60 χιλιόμετρα μακριά από την Κύπρο. Προκαλεί από τη μία ενδιαφέρον ότι χτίζεται από ρωσική εταιρεία, τη μοναδική εταιρεία του κλάδου που συμμετείχε στον διεθνή διαγωνισμό το 2008, και από την άλλη πολλά ερωτήματα το γεγονός ότι καμία εταιρεία χώρας-μέλους του ΝΑΤΟ δεν προσπάθησε να μπει στον διαγωνισμό ή/και να μπλοκάρει την εμπλοκή της Ρωσίας.

Το συγκεκριμένο έργο είναι το μοναδικό στο είδος του, διότι βάσει της σύμβασης μεταξύ Τουρκίας και Ρωσίας λειτουργεί υπό το καθεστώς BOO (Build – Own – Operate) με συγκεκριμένες δεσμεύσεις. Με απλά λόγια, ο στρατηγικός αντίπαλος των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ ελέγχει την παραγωγή πυρηνικής ενέργειας μιας νατοϊκής χώρας και δύναται να χρησιμοποιήσει το έργο αυτό για να προωθήσει και άλλα. Δεδομένης της γνωστής ρωσικής τακτικής να αξιοποιεί την ενέργεια ως όπλο, κάτι τέτοιο δεν θα ήταν διόλου απίθανο.

Μια τέτοια εξέλιξη έχει σοβαρές γεωπολιτικές προεκτάσεις πέραν βεβαίως μιας σειράς κινδύνων που σχετίζονται με την πιθανή πρόκληση ενός ατυχήματος.
Πρώτον, δεν μπορούν να περάσουν απαρατήρητες οι δηλώσεις του κ. Ερντογάν για την επιθυμία του να αποκτήσει η Τουρκία πυρηνικά όπλα. Εάν δίπλα σε αυτή τη δήλωση «κουμπώσουμε» τις μακρόχρονες στρατιωτικές σχέσεις της Αγκυρας με το Πακιστάν, καταλαβαίνουμε ότι δεν αποτελεί σε καμιά περίπτωση όνειρο θερινής νυκτός. Δεύτερον, η συνεργασία Τουρκίας – Ρωσίας στην πυρηνική ενέργεια δείχνει ότι η σχέση των δύο χωρών όχι μόνο άντεξε τις κατά καιρούς αναταράξεις, αλλά φαίνεται να βαθαίνει στον στρατιωτικό τομέα. Το ίδιο ισχύει και για τις σχέσεις της με το Πακιστάν, ενώ έχει ανακοινώσει την επιθυμία της να συμπράξει και με την Κίνα για την κατασκευή ενός δεύτερου πυρηνικού εργοστασίου. Τρίτον, αρκετά κράτη στην ευρύτερη περιοχή έχουν εκφράσει την επιθυμία τους να αναπτύξουν πυρηνικό πρόγραμμα. Η συζήτηση αυτή έχει μπει στα βαθιά στη Σαουδική Αραβία και στην Ιορδανία, ενώ ήδη το Ιράν διαθέτει τη γνώση για να αναπτύξει και πυρηνικά όπλα. Συνεπώς, η ταχύτατη ολοκλήρωση των εργασιών αυτών στην Τουρκία οπλίζει το χέρι της Αγκυρας με διαπραγματευτικά χαρτιά που μπορεί να αξιοποιήσει στις σχέσεις της με τα κράτη της περιοχής.

Οι ΗΠΑ δεν επένδυσαν σε πυρηνική τεχνολογία στην Τουρκία και το κενό το κάλυψε η Ρωσία. Η Κίνα μπαίνει στο παιχνίδι. Η Τουρκία επιδίωξε να εκπληρώσει το πυρηνικό της όραμα απευθυνόμενη πρώτα από όλα στους παραδοσιακούς νατοϊκούς συμμάχους της και μόλις της γύρισαν την πλάτη απευθύνθηκε αλλού.

Τίθεται λοιπόν το ερώτημα για την Κύπρο: Πώς θα κινηθούμε με δεδομένη τη συνεχή υποχωρητική στάση των συμμάχων μας απέναντι στις επιδιώξεις της Τουρκίας; Τα περιθώρια άσκησης πίεσης είναι πλέον πολύ περιορισμένα. Η Τουρκία δεν μοιράζεται με τα γειτονικά της κράτη πληροφορίες που μπορούν να βοηθήσουν σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης. Προηγούμενες ενέργειες της Ε.Ε. ενθάρρυναν το έργο, χωρίς όμως να έχει εκ των προτέρων ασκηθεί πίεση για εφαρμογή σύγχρονων όρων κατασκευής πυρηνικών εργοστασίων. Επιπλέον, η Ε.Ε. δεν αναμένεται πριν από το 2022(!) να καταλήξει σε έκθεση για την προστασία των Ευρωπαίων πολιτών που κινδυνεύουν από ατύχημα στο εργοστάσιο αυτό, σύμφωνα με απάντηση που δόθηκε από το Ευρωκοινοβούλιο σε ερώτημα που τέθηκε νωρίτερα φέτος.

Το ερώτημα «ποιος θέλει μια Τουρκία με πυρηνικό πρόγραμμα», δεν είναι πλέον έγκυρο ούτε λογικό. Σε μια σχέση quid pro quo, η Κίνα με τη Ρωσία να βοηθούν την Τουρκία, το ΝΑΤΟ με την Ε.Ε. σωπαίνουν. Το σωστό ερώτημα είναι «πώς θα μπουν όρια» έστω και τώρα. Η χάραξη από μέρους μας μιας συνεκτικής και πολυεπίπεδης πολιτικής που θα λαμβάνει υπόψη της τόσο τον άμεσο κίνδυνο ατυχήματος με ό,τι αυτό σημαίνει για τον πληθυσμό και το περιβάλλον, όσο και τους ευρύτερους γεωπολιτικούς κινδύνους που μας απειλούν, είναι περισσότερο από ποτέ αναγκαία.
 
* Ο κ. Ηλίας Χατζηκουμής είναι μέλος του Διεθνούς Ινστιτούτου Στρατηγικών Σπουδών, ειδικός σε θέματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής άμυνας και ασφάλειας.