ΑΠΟΨΕΙΣ

Το σπίτι του Χίτλερ και η διαχείριση της μνήμης

to-spiti-toy-chitler-kai-i-diacheirisi-tis-mnimis-561486988

Λίγοι γνωρίζουν τη μικρή αυστριακή πόλη Μπράουναου, κοντά στο Σάλτσμπουργκ. Εκεί, στην οδό Σαλτσμπούργκερ Φόρστατ αρ. 15, γεννήθηκε στις 20 Απριλίου 1889 ο Χίτλερ και εκεί πέρασε τους δύο πρώτους μήνες της ζωής του. Το Τρίτο Ράιχ μετέτρεψε το σπίτι σε Πολιτιστικό Κέντρο. Αμερικανοί στρατιώτες απέτρεψαν την ανατίναξή του το 1945 και εκεί στεγάστηκε για λίγο μια έκθεση για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Μεταπολεμικά το κτίριο υπήρξε κατά καιρούς δημοτική βιβλιοθήκη, τράπεζα, σχολείο και κέντρο φροντίδας και εκπαίδευσης ατόμων με αναπηρία. Δεν απέκτησε ποτέ ιδιαίτερη σημασία ως τόπος προσκυνήματος των νεοναζί, ενώ στα 100ά γενέθλια του Χίτλερ η πόλη τοποθέτησε μπροστά στο σπίτι έναν ογκόλιθο από γρανίτη από το στρατόπεδο του Μαουτχάουζεν με την επιγραφή «Για την ειρήνη και τη δημοκρατία – Ποτέ ξανά φασισμός – Εκατομμύρια νεκρών προειδοποιούν».

Το κτίριο απαλλοτριώθηκε το 2016 από το αυστριακό κράτος και έκτοτε μένει αχρησιμοποίητο. Προστατεύεται από τον νόμο ως μνημείο αρχιτεκτονικής, γιατί ο αρχικός του πυρήνας ανάγεται στον 16ο αιώνα. Το 2019 η αυστριακή κυβέρνηση αποφάσισε τη μετατροπή του σε έδρα της Αστυνομικής Διεύθυνσης της πόλης, με το επιχείρημα ότι έτσι θα αποτραπεί οποιαδήποτε πολιτική εκμετάλλευση από ακροδεξιούς κύκλους. Πιθανότερο είναι ότι την απόφαση υπαγόρευσε η επιθυμία να διαγραφεί από τη μνήμη ένας χώρος που θυμίζει το χιτλερικό παρελθόν της Αυστρίας. Ο όρος που χρησιμοποιήθηκε είναι Neutralisierung, «ουδετεροποίηση», «εξουδετέρωση». Ακόμα και η πέτρα από το Μαουτχάουζεν πρόκειται να απομακρυνθεί. Ουσιαστικά πρόκειται για εξάλειψη των ιστορικών συμφραζομένων ενός κτιρίου, του οποίου η ιστορία αντικατοπτρίζει την ιστορική πορεία της Αυστρίας, αλλά και του τρόπου που διαχειρίζεται την ιστορική μνήμη.

Συχνά, κοινωνίες προτιμούν τη συλλογική αμνησία από την κριτική αντιμετώπιση της ιστορίας τους. Αυτό το φαινόμενο δεν έχει άμεση σχέση με τη ρωμαϊκή πρακτική της «καταδίκης της μνήμης» (damnatio memoriae). Στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία αποξέονταν από επιγραφές τα ονόματα τιμωρημένων αυτοκρατόρων· όμως τα ορατά ίχνη της απόξεσης συνέχιζαν να θυμίζουν την καταδίκη. Υπάρχουν ακραίες περιπτώσεις σκόπιμης καταστροφής των υλικών καταλοίπων μιας εποχής. Το κάψιμο των φακέλων των πολιτικών φρονημάτων την 29η Αυγούστου 1989, την 40ή επέτειο της λήξης του εμφυλίου πολέμου, είχε συμβολική σημασία και απέτρεψε διαιώνιση του διχασμού, αφού κάποιοι φάκελοι αποκάλυπταν την κατάδοση στην αστυνομία συγγενών από συγγενείς. Κι όμως τέτοιο πολύτιμο αρχειακό υλικό θα μπορούσε να σφραγιστεί για μια 50ετία, αντί να χαθεί για την ιστορική έρευνα για πάντα. Πριν από ένα χρόνο είδαμε στην Αμερική και σε άλλες δυτικές χώρες την καταστροφή αγαλμάτων ανθρώπων που σχετίζονταν με τη δουλεία και την αποικιοκρατία. Δεν γλίτωσαν ούτε τα αγάλματα του Κολόμβου ούτε καν μια προτομή του Σερβάντες στο Σαν Φρανσίσκο, που μάλλον παρερμηνεύτηκε ως προτομή Ισπανού κονκισταδόρ, γιατί μπροστά της ήταν γονατιστοί ο Δον Κιχώτης και ο Σάντσο Πάντσα. Αν και ψυχολογικά κατανοητή η καταστροφή αγαλμάτων δουλεμπόρων και εκπροσώπων της αποικιοκρατίας, ωστόσο παραμένει καταστροφή υλικών καταλοίπων της ιστορίας. Τέτοια αγάλματα δεν αξίζουν τιμητική θέση σε δημόσιους χώρους, αλλά θα μπορούσαν να βρουν μια θέση σε μουσεία ή χώρους μνήμης.

Το περιοδικό American Journal of Philology, όργανο της Αμερικανικής Εταιρείας Κλασικών Σπουδών, ιδρύθηκε το 1880 από τον Μπέιζιλ Λαννώ Γκίλντερσληβ. Το 2020 το όνομά του εξαφανίστηκε από το εσώφυλλο, επειδή ήταν υποστηρικτής της δουλείας, ακόμα και μετά την κατάργησή της. Θα προτιμούσα στο εσώφυλλο να δω το κείμενο: «Το περιοδικό ιδρύθηκε από τον Μπέιζιλ Λαννώ Γκίλντερσληβ και είναι περήφανο που δεν ακολουθεί τις απόψεις του για τη δουλεία και τις φυλετικές διακρίσεις». Η ιστορία δεν «εξουδετερώνεται»· γίνεται αντικείμενο κριτικής αποτίμησης.

Πίσω στο σπίτι που γεννήθηκε ο Χίτλερ. Η απόφαση της αυστριακής κυβέρνησης δικαιολογημένα δίχασε την αυστριακή κοινή γνώμη. Προσωπικότητες που προωθούν την κριτική αντιμετώπιση της ιστορίας από την αυστριακή κοινωνία, όπως ο πολιτικός επιστήμονας Αντρέας Μάισλινγκερ, αντιπρότειναν τη δημιουργία σε αυτό το κτίριο ενός διεθνούς «Οίκου Ευθύνης», ενός χώρου συμφιλίωσης, συνάντησης και συνεννόησης. Εκεί νέοι από διάφορες χώρες, Ιάπωνες και Κινέζοι, Γερμανοί και Εβραίοι, Τούρκοι και Αρμένιοι, Αμερικανοί και Ρώσοι, Ελληνες και Τούρκοι, θα μελετούν την ιστορία των χωρών τους, απαλλαγμένοι από τα συμπλέγματα του θύματος και του θύτη, χωρίς όμως να αγνοούν και την ιστορία του τόπου της συνάντησης. Αυτό δεν είναι «εξουδετέρωση» ενός ιστορικού χώρου· είναι νέα σηματοδότησή του.

Μετά την επιβολή του χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας, οι χριστιανοί ίδρυαν εκκλησίες στη θέση αρχαίων ιερών. Μερικές φορές η εκκλησία συνέχιζε την ιερότητα ενός τόπου, με τον Αγιο Παντελεήμονα να διαδέχεται τον Ασκληπιό. Πολύ συχνότερα στόχος των χριστιανών ήταν η κάθαρση ενός ανόσιου τόπου, η κατάκτησή του από τη νέα θρησκεία, η εκδίωξη των παλιών δαιμόνων· η ίδρυση της εκκλησίας δεν σηματοδοτούσε συνέχεια, αλλά τομή. Η «εξουδετέρωση» του σπιτιού που γεννήθηκε ο Χίτλερ είναι μια χαμένη ευκαιρία για την αυστριακή κοινωνία να διώξει έναν δαίμονα της ιστορίας της, όχι με συλλογική αμνησία, αλλά με νέα μηνύματα. Η μετατροπή του σπιτιού στην οδό Σαλτσμπούργκερ Φόρστατ αρ. 15 σε Αστυνομικό Τμήμα είναι ατυχής και ως συμβολισμός και ως συνειδητή επιλογή της λήθης.
 
* Ο κ. Αγγελος Χανιώτης είναι καθηγητής Αρχαίας Ιστορίας στο Ινστιτούτο Προηγμένων Μελετών του Πρίνστον.