ΑΠΟΨΕΙΣ

Το υπερβατικό και ο Μίκης

Αυτές τις ώρες η σορός του Μίκη Θεοδωράκη παραμένει εκτεθειμένη στον καθεδρικό ναό των Αθηνών, προκειμένου όποιος επιθυμεί να απευθύνει έναν ύστατο αποχαιρετισμό σε έναν άνθρωπο που κατά κοινή ομολογία επηρέασε όσοι λίγοι τη μεταπολεμική ιστορία της Ελλάδας, ως μία από τις κορυφαίες μορφές του σύγχρονου πολιτισμού που παρήχθη σε αυτήν. Για τις πολλές φορές ακραίες αντιφάσεις, τις πολιτικές αντιλήψεις, τον πατριωτισμό, την καλλιτεχνική ιδιοφυΐα του ανδρός έχουν γραφεί –και δικαίως– εκατοντάδες χιλιάδες λέξεις – και έχουν ειπωθεί άλλα τόσα. Η ιστορία του Μίκη Θεοδωράκη είναι συνυφασμένη με τις πολλαπλές εκφάνσεις τής –συχνά καταθλιπτικής– μεταπολεμικής ελληνικής ιστορίας και της τομής που ήταν σε αυτήν το 1974.

Αυτό που είναι εξαιρετικά δύσκολο να μεταφερθεί σε λέξεις είναι εκείνο το αίσθημα του κενού που προκάλεσε ο θάνατος του Μίκη. Είναι μια στιγμή βαθιάς συνειδητοποίησης πέρα από την καθημερινότητα και τις τετριμμένες και συχνά άκρως ανούσιες συζητήσεις.

Οχι, ο θάνατος δεν ήταν απρόσμενος, ιδίως για έναν άνθρωπο 96 ετών. Αλλά το κενό προκύπτει σχεδόν αβίαστα, στη σκέψη ότι ο Μίκης Θεοδωράκης ήταν ένα πρόσωπο συνυφασμένο με αξίες που οι περισσότεροι δεν μπορούν ακριβώς να εκφράσουν σε προτάσεις, λέξεις και εικόνες. Οχι από ανικανότητα έκφρασης. Αλλά από αδυναμία περιγραφής των συναισθημάτων που μπορεί να σε γεμίζει η αίσθηση πως το εφήμερο στοιχείο της ανθρώπινης ζωής ισχύει εν μέρει για κάποιους. Αυτή η υποδόρια αίσθηση μετατρέπει τις σκέψεις για το καθημερινό, τις ανησυχίες, το άγχος, τις αγωνίες σε περιτρίμματα, μπροστά σε αυτό που μπορεί να μοιάζει άφθαρτο από τον χρόνο.

Και αν είναι γνωστό και αντιληπτό από όλους ότι εκ των πραγμάτων η τέχνη των ανθρώπων υπερβαίνει τα όρια της φθαρτής ζωής τους, η στιγμιαία συνειδητοποίηση αυτής της πραγματικότητας δημιουργεί εκείνο το κενό. Ενα κενό όπου για λίγο οι κανόνες της Φυσικής παύουν να υφίστανται και η σκέψη ταξιδεύει, η ψυχή αιωρείται και για ένα φευγαλέο δευτερόλεπτο οι ανάγκες εκμηδενίζονται.

Στο ίδιο σχεδόν υπερβατικό και εντελώς ψυχολογικό κενό επιτρέπονται τα πάντα. Αυτές οι στιγμές είναι ίσως ο λόγος που η καταγραφή της εκδημίας ενός ανθρώπου που έσπασε τα στεγανά όλων των χώρων στους οποίους εργάστηκε και περιεργάστηκε, προκαλεί αυτή την εθνική μελαγχολία. Μια μελαγχολία που, όμως, στο τέλος γλυκαίνει και παρασύρει και το συναίσθημα. Σε μια εποχή διάσπασης και αδυναμίας συγκέντρωσης, το οικουμενικό έργο του Μίκη Θεοδωράκη μοιάζει με έναν αλλοπρόσαλλο πύργο που τρυπάει τα σύννεφα. Εναν πύργο στον οποίο μπορούν να ανεβούν και να περιδιαβούν όλοι. 

Τελευταίες ειδήσεις