ΑΠΟΨΕΙΣ

Τι δείχνουν τα δίδυμα άλματα

Την τελευταία 10ετία, με θυσίες κυρίως των πιο αδύναμων κοινωνικών στρωμάτων, η οικονομία επούλωσε αρκετές από τις πληγές που είχε ανοίξει ο εκτροχιασμός της φαύλης τριετίας 2007-09, έγινε μια μοναδική στα διεθνή χρονικά δημοσιονομική προσαρμογή, ενισχύθηκε η παραγωγή διεθνώς εμπορεύσιμων προϊόντων-υπηρεσιών, βελτιώθηκε η ανταγωνιστικότητα (κυρίως χάρη στη φθηνή μισθωτή εργασία…) και, μετά τα μέτρα της κυβέρνησης Παπαδήμου (2012), ξανάρχισε η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Εγιναν αλλαγές, χωρίς, όμως, να αλλάξει ο παρασιτικός χαρακτήρας του παραδοσιακού οικονομικού μοντέλου. Τέτοια αλλαγή δεν έχει γίνει. Οι βασικοί αριθμοί της ελληνικής οικονομίας τους πρώτους φετινούς μήνες μάς το υπενθυμίζουν. Αναφέρομαι στα δίδυμα άλματα, της παράλληλης μεγέθυνσης ΑΕΠ και εμπορικού ελλείμματος. Το πρώτο άλμα ήταν στην αναπλήρωση των απωλειών του ΑΕΠ: Το δεύτερο 3μηνο, το ΑΕΠ αυξήθηκε 16,2% συγκριτικά με την αντίστοιχη περυσινή περίοδο – ήταν η 6η μεγαλύτερη άνοδος μεταξύ των «27» της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Το δεύτερο άλμα ήταν στην αύξηση του εμπορικού ελλείμματος: Το πρώτο 6μηνο, οι εξαγωγές έφτασαν τα 22,11 δισ. ευρώ, οι εισαγωγές τα 34,5 δισ. ευρώ κι έτσι το έλλειμμα διαμορφώθηκε στα 12,38 δισ. ευρώ, 17,1% πάνω από πέρυσι.

Θα πει κάποιος: Μα, δεν είναι εύλογο η ανάπτυξη να προκαλεί διεύρυνση του ελλείμματος στην αρχή; Ισως. Αλλά κάθε διεύρυνση του εμπορικού ελλείμματος δεν υποδηλώνει ανάπτυξη. Αντιθέτως, το γεγονός ότι η ταχύτερη επάνοδος του ΑΕΠ στα προ κρίσης COVID-19  επίπεδα συνοδεύτηκε από μία ακόμη μεγαλύτερη εκτόξευση του εμπορικού ελλείμματος, υποδηλώνει ότι με την ανάκτηση του ΑΕΠ ανακτήθηκαν και οι δομικές αδυναμίες του. Η χαμηλή παραγωγικότητα του οικονομικού μοντέλου είναι αυτή που «μεταφράζεται» σε χαμηλή ανταγωνιστικότητα και, εξ αυτής, διευρύνεται το εμπορικό έλλειμμα.

Δεν άλλαξε, άλλωστε, κάτι επί της ουσίας. Από τις 16,2 μονάδες της αύξησης –υπολογίζει η Διεύθυνση Οικονομικών Μελετών της Alpha Bank– οι 9 προήλθαν από την ιδιωτική κατανάλωση (η αύξηση της οποίας, όπως και του ΑΕΠ, είναι αποτέλεσμα βάσης, αφού είχε καταρρεύσει το αντίστοιχο τρίμηνο το 2020…) και 1,4 από τη δημόσια κατανάλωση (μέτρα στήριξης). Συνολικά, 10,4 μονάδες από την κατανάλωση και 1,5 μονάδα από τις επενδύσεις.

Κάτι ακόμα μας υπενθυμίζει το πρόβλημα του παρασιτικού μοντέλου. Λέγεται χρέος, είναι το υψηλότερο στην Ευρωζώνη και δεν λέει να μειωθεί, αλλά δεν πολυμιλάμε γι’ αυτό. Κάποιοι, μάλιστα, το βλέπουν, λες, από τη «θετική» πλευρά του: Πόσο φτηνά –θαυμάζουν– δανειζόμαστε! Αλλά, αν κατέβουμε από τα ροζ σύννεφα, αυτό συμβαίνει επειδή το 75% του χρέους μας διακρατείται από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς (είναι εκτός αγοράς…) και τελεί σε συνθήκες θερμοκηπίου: Οποιος αγοράζει ελληνικά ομόλογα, παρότι είναι στην κατηγορία «σκουπίδια», δεν παίρνει ρίσκο. Γιατί ανά πάσα στιγμή μπορεί να τα ξεφορτώσει στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα – όπερ και συμβαίνει.

Θα πείτε: Εντάξει, αλλά τώρα έχουμε την ευκαιρία, αξιοποιώντας 110 δισ. ευρώ μέσα στα επόμενα χρόνια, από Ταμείο Ανάκαμψης, ΕΣΠΑ και νέα ΚΑΠ, να ξανακτίσουμε την οικονομία, να αλλάξουμε το μοντέλο της. Πράγματι, είναι το μεγάλο στοίχημα. Αν κερδηθεί, η χώρα θα αλλάξει τροχιά. Αν χαθεί, μετά 2-3 χρόνια ευφορίας, όπου όλοι θα προσδοκούν ότι κάτι θα πάρουν από τα 110 δισ., θα βρεθούμε με κάποιες αξιόλογες επενδύσεις μέσα στο ίδιο, παρωχημένο μοντέλο, με ψηφιοποιημένο πελατειακό κράτος, μεγαλύτερες ανισότητες και οξύ κοινωνικό και πολιτικό πρόβλημα. Ιδωμεν.

[email protected]