ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο Μίκης και ο Ακης – καταξίωση και απαξίωση

Αν και το γνώριζα ασαφώς, το συνειδητοποίησα με τον θάνατο του πατέρα μου: ο νεκρός δεν ελέγχει τη φήμη του· άλλοι μιλάνε γι’ αυτόν. Ενιωσα το παράδοξο του ενάρετου βίου: η αξία της προσπάθειας για «ευ ζην» βρίσκεται στην ίδια την προσπάθεια. Ο «αγαθός» άνθρωπος δεν θα μάθει ποτέ πλήρως και επακριβώς την αξία του αποτελέσματος της προσπάθειάς του. Την αποτίμηση θα την κάνουν άλλοι, εν αγνοία του.

Δύο προβεβλημένα δημόσια πρόσωπα πέθαναν πρόσφατα – ο Ακης Τσοχατζόπουλος και ο Μίκης Θεοδωράκης. Η πρόσληψη του θανάτου τους δεν θα μπορούσε να είναι πιο διαφορετική και, συγχρόνως, αποκαλυπτική.

Από σύντομες αναφορές των ΜΜΕ μάθαμε ότι στην κηδεία του πρώην υπουργού παρευρέθησαν ελάχιστοι. Δεν εκφωνήθηκαν επικήδειοι, έφυγε σχεδόν άκλαυτος. Αποτελεί κοινή η αίσθηση ότι πέθανε στη γενική απαξίωση. Με εξαίρεση, ασφαλώς, τους οικείους και στενούς φίλους του, ο θάνατός του δεν βιώθηκε ευρύτερα ως απώλεια.

Ο Μίκης, αντιθέτως, έφυγε με τιμές ήρωα: κηρύχθηκε τριήμερο εθνικό πένθος. Ομόθυμα η πολιτειακή, πολιτική και θεσμική ηγεσία του Ελληνισμού εξέφρασε τη θλίψη της. Τα τιμητικά αφιερώματα στη ζωή και το έργο του ήταν πάμπολλα· η συγκίνηση διάχυτη για μέρες. Νιώσαμε ότι χάσαμε ένα κομμάτι από τη ζωή μας.

Δύο διακεκριμένα δημόσια πρόσωπα, δύο ριζικά διαφορετικοί τρόποι πρόσληψης του θανάτου τους. Γιατί ο ένας αποτιμάται απαξιωτικά, ενώ ο άλλος δοξαστικά; Η απλή εξήγηση είναι προφανής: ο ένας ήταν ο κάποτε πανίσχυρος υπουργός που καταδικάστηκε για διαφθορά, ο άλλος ο εμπνευσμένος δημιουργός και εμπνευστικός αγωνιστής.
Η αναδρομική αφήγηση του βίου ουδέποτε είναι απλώς γεγονοτολογική. Είναι εγγενώς αξιολογική. Δεν υπάρχει ουδέτερη απο-τίμηση: συγκεφαλαιώνοντας τη ζωή του τεθνεώτος, καλούμαστε να προσδιορίσουμε την τιμή του – να σταθμίσουμε την αξία του. Κατά τούτο, όλοι είμαστε δημόσια πρόσωπα, εφόσον σχετιζόμαστε στον «δήμο». Οι άλλοι θα μιλήσουν απολογιστικά για μας.

Ο θάνατος δεν είναι μόνον ο μεγάλος εξισωτής («οὐ παραμένει ὁ πλοῦτος, οὐ συνοδεύει ἡ δόξα· ἐπελθὼν γὰρ ὁ θάνατος, ταῦτα πάντα ἐξηφάνισται»). Ο θάνατος, επίσης, ολοκληρώνει και εξατομικεύει, παρατηρεί ο Χάιντεγκερ.

Ολοκληρώνει στο μέτρο που μόνο μετά θάνατον η ταυτότητά μας ολοκληρώνεται κατά κυριολεξία – τότε παύουμε να επιλέγουμε. Εν ζωή, ο άνθρωπος υπάρχει πάντοτε ως δυνατότητα· είναι το μόνο ον που έχει την ελευθερία να δημιουργεί τον εαυτό του. Στο μέτρο που αενάως αυτο-δημιουργείται μέσα από τις επιλογές του, δεν είναι ποτέ, ακόμη, οριστικά ολόκληρος ο εαυτός του όσο ζει, άρα δεν μπορεί να κατανοηθεί ακόμη στο σύνολό του. Παραδόξως, ολοκληρώνεται όταν χάνει τελειωτικά την ελευθερία των επιλογών του – όταν πεθαίνει.

Ο θάνατος εξατομικεύει εφόσον μας επιβάλλει τη μόνη αυστηρώς ατομική εμπειρία. Κανείς άλλος δεν μπορεί να πεθάνει αντί για μας. Αν και κάποιος άλλος μπορεί να αναλάβει τους ρόλους που υποδύομαι στη ζωή μου, κανείς δεν μπορεί να με αντικαταστήσει τη στιγμή του θανάτου μου. Η τελευταία πνοή του πατέρα μου ήταν η δική του και μόνο πνοή. Η αυστηρώς αυτοπρόσωπη συνάντηση με τον θάνατο προσδίδει μοναδικότητα σε ό,τι κάναμε στη ζωή μας: οι επιλογές μας φέρουν την ανεπανάληπτη σφραγίδα μας εφόσον, ανά πάσα στιγμή, αναμετριόμαστε, εν επιγνώσει ή μη, με το ενδεχόμενο του θανάτου μας.

Ο Μίκης ήταν και πρωτοποριακός μουσικοσυνθέτης και ενεργός πολίτης. Υπηρετούσε καλλιτεχνικά και πολιτικά ιδεώδη, όχι το άτομό του. Οι εκάστοτε επιλογές του συνέθεταν ένα έργο εν εξελίξει. Η στράτευσή του στην Αριστερά είχε σχεδόν θρησκευτικό –εσχατολογικό, σωτηριολογικό– χαρακτήρα και άρδευε την καλλιτεχνική του δημιουργία. Ο θάνατός του ολοκλήρωσε την ταυτότητά του. Τώρα, πλέον, μπορούμε να αποτιμήσουμε τον βίο του. Συνειδητοποιούμε τι πραγματικά σήμαινε για εμάς – η καλλιτεχνικά ζωογονητική δημιουργία του, η γρηγορούσα συνείδησή του, η ακατάβλητη παλικαριά του. Ολα τα άλλα, τα μικρά, τα προσπερνούμε. Ομοθύμως αναφωνούμε «άξιος», γιατί ο Μίκης υπηρέτησε αξίες για τις οποίες πήρε ρίσκα και πλήρωσε γι’ αυτά. Η ζωή του έλαμψε γιατί την υπέταξε στο κοινό καλό κι έτσι μας ανύψωσε, αισθητικά και ηθικά.

Ο Ακης ήταν στον αντίποδα. Υπηρέτησε, πρωτίστως, το άτομό του. Οι επιλογές του ως υπουργού ήταν, στην καλύτερη περίπτωση, αυτές του κομματικού – πελατειακού γραφειοκράτη, στη χειρότερη του αργυρώνητου πολιτικού. Ο σοσιαλισμός του ήταν λιγότερο στράτευση σε κοινωφελή ιδανικά και περισσότερο το ιδεολογικό πρόσχημα για την ευδαιμονιστική νομή της εξουσίας. Ο τρυφηλός του βίος ανέδειξε τον αθέμιτο πλουτισμό πολιτικών και η δικαστική καταδίκη του κατέστη σύμβολο μιας διεφθαρμένης πολιτικής τάξης. Ηταν υπουργός, αλλά δεν υπ-ούργησε. Εφέρετο να είναι φίλος του λαού, αλλά δεν τίμησε τον λαό. Αν και στεκόμαστε με σεβασμό στον νεκρό, νιώθουμε αμηχανία – δεν ξέρουμε τι καλό να πούμε γι’ αυτόν.

Ο Μίκης είδε τη ζωή του ως έργο τέχνης. Ο Ακης την είδε ως παράνομη συσσώρευση πλούτου. Υπάρχουν πολλοί τρόποι να ζει κανείς, αλλά ένας για να χαρακτηρισθεί «άξιος». Ισως η ισχυρότερη ηθική φιλοσοφία ζωής προέρχεται από τη διαρκή υπόμνηση προς τον εαυτό: πώς θα μιλούν για μένα όταν θα έχω πεθάνει;
 
* Ο κ. Χαρίδημος Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και ερευνητής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Warwick.