ΑΠΟΨΕΙΣ

Η γιαγιά του Ταχτσή

Με έναν ξένο φίλο περπατούσαμε προχθές στα δρομάκια της Αθήνας. Κάτω από την πλατεία Συντάγματος, τα μαχαιροπίρουνα είχαν ανάψει, τα εστιατόρια γεμάτα με χαρούμενα πλήθη, στο γλυκό φως της νύχτας. Εκεί, γύρω Μητροπόλεως, Νίκης, Πετράκη, Βουλής, Απόλλωνος, μια άλλη Αθήνα ζούσε από ένα πολύβουο διεθνές πλήθος. Ο φίλος ήταν ενθουσιασμένος ακόμη και με τις ώρες που χτυπούσαν οι καμπάνες της Μητρόπολης. Είχε να έρθει στην Αθήνα πάνω από 25 χρόνια, ήταν λογικό λοιπόν το βλέμμα του να είναι αδηφάγο. Τον ρώτησα τι σχέδια είχε για την επόμενη μέρα και ανάμεσα σε όσα είπε μου ανέφερε ότι θα πάει στον Κεραμεικό, που δεν είχε προλάβει να δει στην προ ετών επίσκεψή του στην Αθήνα. Δεν μου έκανε εντύπωση γιατί ο φίλος ενδιαφέρεται για την ιστορία και τον πολιτισμό, αλλά ήξερα πως ο Κεραμεικός παρέμενε άγνωστος και για πολλούς Ελληνες. Βεβαίως, στην πλατεία Συντάγματος όπου στεκόμασταν εκείνη τη βραδινή ώρα, η ατμόσφαιρα ήταν αυτή της ευωχίας και του εδώ και τώρα και όχι του επέκεινα. Ωστόσο, η ιδέα του Κεραμεικού ως μιας προέκτασης της Αθήνας είχε μείνει στο μυαλό μου, επηρεασμένος ίσως από την ανάγνωση του διηγήματος του Κώστα Ταχτσή στο οποίο μιλάει και για τον Κεραμεικό. 

«Ξέρεις», μου λέει ο φίλος, «μου αρέσει η Αθήνα γιατί με τα μάτια ενός ξένου μπορώ να δω πράγματα που εσείς θωρείτε δεδομένα ή δεν τα προσέχετε καθόλου. Οπως η συνομιλία με τον χρόνο, που στην Αθήνα είναι μια συγκλονιστική εμπειρία». Στο διήγημα του Ταχτσή «Η γιαγιά μου η Αθήνα» (τα βιβλία του κυκλοφόρησαν όλα εκ νέου από τις εκδόσεις Ψυχογιός) προσφέρεται στον αναγνώστη η εικόνα του αρχαίου νεκροταφείου του Κεραμεικού ως μιας αλάνας όπου έπαιζαν τα παιδιά της γειτονιάς. Δεν είχε περιφραχθεί ακόμη. Η γιαγιά του τα έλεγε όλα αυτά σαν μια Λωξάντρα της Αθήνας, και «να σου πω την αλήθεια, ακόμη τότε δεν ήξερα πως ήταν παλιό νεκροταφείο», λέει, «μα και να ’ξερα, δεν θα φοβόμουν».

Περπατούσαμε λίγο κάτω από την Καπνικαρέα και στην ευθεία ήταν ο Κεραμεικός. Ηταν νύχτα και σκέφτηκα ότι η γιαγιά του Ταχτσή δεν φοβόταν τους νεκρούς, ίσως γιατί ήταν αρχαίοι νεκροί. Γι’ αυτό και είχε φωτογραφηθεί δίπλα στη στήλη της Ηγησούς μαζεύοντας αγριολούλουδα. «Τι υπάρχει κάτω από τα πόδια μας;» με ρωτάει ο φίλος στην οδό Ερμού. Με αιφνιδίασε, αλλά του είπα πως ένας παλιός Αθηναίος τα είχε όλα αυτά χωνεμένα, ήταν φυσικό να παίζει εκεί που είχαν παίξει άλλα παιδιά, αιώνες πριν. «Γι’ αυτό αγαπώ την Αθήνα», μου είπε, «εδώ νιώθω ελεύθερος να είμαι οι πολλές εκδοχές του εαυτού μου». Συλλογίστηκα το παιδομάνι που έπαιζε κάποτε κυνηγητό στο αρχαίο νεκροταφείο του Κεραμεικού και νομίζω ότι άκουσα τη φωνή της γιαγιάς του Ταχτσή. «Τι μπορούν να σου κάνουν οι πεθαμένοι; Ο Θεός να σε φυλάει απ’ τους ζωντανούς…»