ΑΠΟΨΕΙΣ

Η νέα διαίρεση

i-nea-diairesi-561513067

Υπήρξε μια εποχή που την ονομάζουμε «Μεταπολίτευση». Τότε, ο πολιτικός ανταγωνισμός γινόταν κυρίως στη βάση ιδεολογικών κριτηρίων. Ενα μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων ήταν αταλάντευτα αριστεροί και ψήφιζαν τα αριστερά κόμματα, ενώ ένα άλλο μεγάλο μέρος ήταν αταλάντευτα δεξιοί και ψήφιζαν τα δεξιά κόμματα. Για τους αριστερούς ψηφοφόρους, το εκλογικό μενού περιλάμβανε τα κόμματα που εκτείνονταν από το ΚΚΕ μέχρι το ΠΑΣΟΚ. Για τους δεξιούς ψηφοφόρους, το βασικό πιάτο αποτελούσε η Ν.Δ., αλλά περιστασιακά μπορούσαν να διαλέξουν και κάποιο από τα ακροδεξιά κόμματα, όπως πιο πρόσφατα το ΛΑΟΣ και τους ΑΝΕΛ. Ανάμεσα στις δύο μεγάλες ιδεολογικές ομάδες, υπήρχε μία μικρότερη και λιγότερο συμπαγής κατηγορία ψηφοφόρων, οι λεγόμενοι «κεντρώοι», που βρίσκονταν σε συνεχή ταλάντωση ανάμεσα στα αντίπαλα στρατόπεδα, ψηφίζοντας πότε (κεντρο)δεξιά και πότε (κεντρο)αριστερά.

Κατόπιν ήρθε η δεκαετία της μεγάλης κρίσης, η οποία, κατά τον γράφοντα, έφερε το τέλος της Μεταπολίτευσης και, ταυτόχρονα, την απορρύθμιση του παλαιού δικομματικού συστήματος που βασιζόταν ακριβώς στη διαίρεση ανάμεσα σε δεξιούς και αριστερούς ψηφοφόρους. Δείτε τα κύρια γεγονότα: Σήμερα, το πρώην αριστερό ΠΑΣΟΚ είναι σκιά του μεταπολιτευτικού παρελθόντος του, ο αριστερός ΣΥΡΙΖΑ θα έχει για πάντα στο βιογραφικό του τη μακρά συγκυβέρνηση με τους δεξιούς ΑΝΕΛ, ενώ η έννοια «Δεξιά» χάνει την ιστορική σημασία της όταν αναφέρεται στη σημερινή Ν.Δ. Ποιος μπορεί, λοιπόν, στις παρούσες συνθήκες να πει με σιγουριά τι είναι «αριστερό» και τι «δεξιό»; Και πόση σημασία έχει άραγε αυτή η διάκριση, όταν πρώην αριστεροί ψηφοφόροι επιλέγουν μαζικά να ψηφίσουν δεξιά κόμματα, ενώ αριστεροί πολιτικοί επιλέγουν ευχαρίστως να συγκυβερνήσουν με ακροδεξιούς πολιτικούς;

Αν όμως η δεκαετία της κρίσης αποδυνάμωσε σημαντικά την παλιά ιδεολογική τομή, επίσης δημιούργησε τις συνθήκες μιας νέας διαίρεσης ανάμεσα σε φιλελεύθερους και μη φιλελεύθερους ψηφοφόρους. Ας ξεκαθαρίσουμε ωστόσο εξαρχής ότι η νέα αυτή διαίρεση δεν αναφέρεται στην οικονομία, αφού εκεί βασιλεύει ο κρατισμός, αλλά σε γενικότερες κοινωνικές αντιλήψεις και στην πολιτική κουλτούρα της χώρας, δηλαδή τους παράγοντες εκείνους που, μαζί με την ηγεσία, κυρίως κρίνουν το εκλογικό αποτέλεσμα.

Οι φιλελεύθεροι ψηφοφόροι, είτε αριστεροί είτε δεξιοί, αποδέχονται ως πραγματικό γεγονός ότι η κοινωνία είναι μια περίπλοκη υπόθεση γεμάτη αντιθέσεις, πολλαπλά αντικρουόμενα συμφέροντα και αναπόφευκτες ανισότητες. Επίσης όμως επιθυμούν την άμβλυνση των αντιθέσεων, την κατά το δυνατόν σύγκλιση των συμφερόντων και τη σταδιακή μείωση των ανισοτήτων. Αυτοί οι ψηφοφόροι αναγνωρίζονται από τρία χαρακτηριστικά γνωρίσματα. Το πρώτο είναι η αποδοχή του λεγόμενου «κράτους δικαίου» που περιλαμβάνει την ίση τήρηση των νόμων για όλους, την προστασία των μειονοτήτων και τον σεβασμό των θεσμών του κράτους, όπως είναι η δικαιοσύνη, η αστυνομία, η δημόσια παιδεία. Το δεύτερο σημαντικό χαρακτηριστικό των φιλελεύθερων είναι ο σταθερός ευρωπαϊκός προσανατολισμός τους, χωρίς τον οποίο ούτε η οικονομική ανάπτυξη ούτε η πολιτική σταθερότητα της χώρας γίνονται νοητά. Το τρίτο τους γνώρισμα είναι το σχετικά παρόμοιο προσωπικό και κοινωνικό προφίλ που διαθέτουν και το οποίο διακρίνεται από πολιτική μετριοπάθεια παρά φανατισμό, έμφαση στη λογική παρά στο συναίσθημα και σε χρήσιμες πρακτικές λύσεις παρά σε ανόητες ιδεοληπτικές κατασκευές, κριτική σκέψη παρά αποδοχή δογμάτων, πίστη στα πορίσματα της επιστήμης παρά στις δοξασίες του δρόμου ή του Διαδικτύου.
Για τους μη φιλελεύθερους, ανεξαρτήτως αν αυτοί είναι δεξιοί ή αριστεροί, η κοινωνία χωρίζεται σε δύο μόνον αντίπαλα στρατόπεδα, ένα από τα οποία περιλαμβάνει την πλειοψηφία του απλού λαού, ενώ το άλλο μια μικρή μεν αλλά πανίσχυρη και πανούργα άρχουσα τάξη με διεθνή στηρίγματα. Καθώς τα δύο στρατόπεδα βρίσκονται σε αέναη διαμάχη, οι θεσμοί και οι λειτουργίες του κράτους χάνουν την αξία τους και συχνά λοιδορούνται ως άδικα προς τα λαϊκά συμφέροντα. Οι μη φιλελεύθεροι ψηφοφόροι είναι από καχύποπτοι έως εχθρικοί σε σωρεία θεμάτων που περιλαμβάνουν –χωρίς να περιορίζονται– τον ορθό λόγο και την κριτική σκέψη, την ελευθεροτυπία, την αξιολόγηση των διδασκόντων στη δημόσια εκπαίδευση, την Ευρωπαϊκή Ενωση, τον έλεγχο των συνόρων και της μετανάστευσης, την τεχνοκρατική αντίληψη των λύσεων που απαιτούν πολλά σύγχρονα προβλήματα, τα πορίσματα της επιστήμης γενικότερα, τις ανεμογεννήτριες και την αναγκαιότητα των εμβολιασμών ειδικότερα, ανάμεσα σε πολλά άλλα. Ως (αριθμητικά και πολιτικά) πλειοψηφικό ρεύμα, οι μη φιλελεύθεροι επίσης επιδεικνύουν δυσανεξία στην έκφραση μειονοτικών αντιλήψεων, επενδύουν στην πόλωση και συχνά προτιμούν τη βία από την πολιτική συνδιαλλαγή.

Η διαίρεση φιλελεύθερων – μη φιλελεύθερων που προέκυψε κατά την προηγούμενη δεκαετία τέμνει το παλαιό δίπολο αριστερά – δεξιά (όπως φαίνεται στο γράφημα) αλλά όχι ισομερώς. Η ευρύτερη Αριστερά, κυρίως εξαιτίας του συριζαϊκού λαϊκισμού, έχει πλέον απολέσει τα πολύτιμα ένσημα φιλελευθερισμού που κέρδισε στη διάρκεια της Μεταπολίτευσης, πρώτα ως «ανανεωτική» αριστερά και κατόπιν κατά τις πρωθυπουργίες Σημίτη. Αντίθετα, τον πολιτικό φιλελευθερισμό οικειοποιήθηκε, με σχετική μάλιστα ευκολία, η σημερινή Ν.Δ. υπό την αρχηγία Μητσοτάκη. Το σημαντικότερο, πάντως, είναι ότι η νέα διαίρεση δημιουργεί νέες πολιτικές ταυτότητες που υπερβαίνουν και συχνά ακυρώνουν τις παλαιές ιδεολογικές διακρίσεις. Επιπλέον, μας προϊδεάζει για τις θεωρητικές επιλογές των ψηφοφόρων στις επόμενες εκλογές.
Διότι, εκτός εάν συμβούν απρόβλεπτα εξωγενή γεγονότα (έξαρση της πανδημίας, φυσικές καταστροφές, νέες μεγάλες μεταναστευτικές ροές) που θα μπορούσαν να επηρεάσουν σημαντικά το αποτέλεσμα, οι ψηφοφόροι θα ψηφίσουν στη βάση του συνδυασμού παλαιών και νέων πολιτικών ταυτοτήτων. Χονδρικά, θα υπάρξουν τέσσερις κατηγορίες εκλογέων, κάθε μια με τα δικά της διλήμματα και τις δικές της επιλογές. Από όλες τις κατηγορίες, η μόνη που δεν πρόκειται να προβληματιστεί είναι εκείνη των φιλελεύθερων και δεξιών ψηφοφόρων, αφού σχεδόν όλοι προτιμούν τη Ν.Δ. Οι μη φιλελεύθεροι αριστεροί ψηφοφόροι έχουν να επιλέξουν ανάμεσα σε τρία κόμματα (ΣΥΡΙΖΑ, ΜέΡΑ25, ΚΚΕ), γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι η μεταξύ τους μετεκλογική συνεργασία είναι απίθανη. Οι μη φιλελεύθεροι δεξιοί ψηφοφόροι θα έχουν να αποφασίσουν αν αισθάνονται περισσότερο «μη φιλελεύθεροι», οπότε θα παραμείνουν στην Ελληνική Λύση, ή περισσότερο «δεξιοί», οπότε η ψήφος τους θα πάει στη Ν.Δ. Αντίστοιχα, οι αριστεροί φιλελεύθεροι θα πρέπει να αποφασίσουν αν θα ψηφίσουν ως «αριστεροί», οπότε η μόνη τους επιλογή είναι το ΚΙΝΑΛ, ή ως «φιλελεύθεροι», οπότε θα ενισχύσουν εκλογικά τη Ν.Δ.

Με τα παραπάνω δεδομένα, το αποτέλεσμα των επόμενων εκλογών γίνεται ήδη αρκετά προβλέψιμο. Εκείνα που δεν μπορούν να προβλεφθούν είναι, πρώτον, εάν η Ν.Δ. παραμείνει φιλελεύθερη, δεύτερον, εάν θα δημιουργηθεί ένα ισχυρό αριστερό φιλελεύθερο κόμμα και, τρίτον, η μελλοντική πορεία των αριστερών μη φιλελεύθερων κομμάτων. Θα επανέλθουμε.
 
* Ο κ. Τάκης Σ. Παππάς είναι πολιτικός επιστήμονας στο Πανεπιστήμιο  του Ελσίνκι. Διατηρεί το ιστολόγιο www.pappaspopulism.com.