ΑΠΟΨΕΙΣ

Ιχνευτές του καινούργιου

«Πρόκειται για ένα αρχαιολογικό θραύσμα», γράφει ο σκηνοθέτης Μιχαήλ Μαρμαρινός για τους «Ιχνευτές» του Σοφοκλή «αυτό το ημιτελές, ημιθανές, χειμαζόμενο για αιώνες σατυρικό δράμα», το οποίο παρουσίασε το φετινό καλοκαίρι στο Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου. Και ήταν, κατά γενική ομολογία, μία από τις καλύτερες στιγμές του Φεστιβάλ.

Είναι η πρώτη φορά που παρουσιάζεται το έργο αυτό σκηνικά, άρα ο θεατής προσέρχεται ανοιχτός, χωρίς να επιβαρύνεται από συγκρίσεις ή αναφορές σε άλλες παραστάσεις. Παραμένει αδέσμευτος από μνήμες, «ελεύθερος» να εκπλαγεί, να αδιαφορήσει, να απογοητευτεί. Μόνος ο καθένας και οι αποσκευές του απέναντι σε ένα «άγνωστο» κείμενο. Και, επιπλέον, ένα θεατρικό υβρίδιο, όπως επισημαίνει ο καθηγητής Σταύρος Τσιτσιρίδης στην εισαγωγή της έκδοσης των «Ιχνευτών» (σε έμμετρη μετάφραση του Εμμανουήλ Δαυίδ). «Το σατυρικό δράμα αποτελούσε ένα είδος ιλαρής, χιουμοριστικής τραγωδίας – ο όρος μοιάζει ίσως με νόστιμο παραδοξολόγημα, αλλά ήδη στην αρχαιότητα ο Δημήτριος (“Περί ερμηνείας”) έκανε λόγο για τραγωδίαν παίζουσαν». Η ελλειπτική αφήγηση περιγράφει την ιστορία του θεού Απόλλωνα ο οποίος έχει αναθέσει στους Ιχνευτές Σατύρους να βρουν τα χαμένα βόδια του, με τη βοήθεια του Σιληνού, και με αντάλλαγμα χρυσάφι και την ελευθερία τους. Ακολουθώντας τα ίχνη των ζώων, οι Ιχνευτές οδηγούνται σε μια σπηλιά υπό τον ήχο της λύρας που έχει μόλις εφεύρει ο Ερμής. Στη σπηλιά αυτή, η νύμφη Κυλλήνη ανατρέφει τον νεογέννητο θεό Ερμή. Εξι μόλις ημέρες από τη γέννησή του το θαυμαστό βρέφος, χρησιμοποιώντας ένα νεκρό ζώο (το καβούκι μιας χελώνας) ως ηχείο, κατασκεύασε ένα μουσικό όργανο για να παίζει. Κάπως έτσι έφτασε η Μουσική στα αυτιά των ανθρώπων… Μέσα από ένα άψυχο καβούκι που απέκτησε «φωνή». Ως το τέλος του έργου και μέχρι ο Ερμής να μιλήσει για «μουσική», τα υπόλοιπα πρόσωπα (για την ακρίβεια θεοί και πλάσματα δαιμονικά) δεν την κατονομάζουν. Αναφέρονται στο πράγμα ή στον ήχο. Η λέξη προκύπτει μαζί με την ανάγκη να περιγραφεί το καινούργιο αυτό άκουσμα.

Το ξένισμα και το ξάφνιασμα του θεατή ενισχύει η ίδια η παράσταση όπως τη συνέλαβε ο Μιχαήλ Μαρμαρινός και την εκτέλεσε ένας εξαιρετικός θίασος. Το καινούργιο έχει πολλές όψεις και εκδοχές. Εξοικειωθήκαμε με το «μεταμοντέρνο» και την «αποδόμηση», με σκηνοθετικές προτάσεις που άλλοτε προκαλούσαν θαυμασμό, ξεβόλευαν και ενεργοποιούσαν το βλέμμα και τη σκέψη, άλλοτε προκαλούσαν αμηχανία. Εναν μετεωρισμό ανάμεσα σε μια ριζοσπαστική, τολμηρή, ακραία ενδεχομένως, σκηνική λειτουργία και μια φλυαρία στα μέσα και στον λόγο, κάποτε και ξιπασμό χωρίς ειρμό, αρμούς και έρμα. Αυτή τη φορά, όμως, το καινούργιο συντίθεται από γνώριμα υλικά (την όπερα, στοιχεία στα οποία μπορεί να «δει» κανείς από φιγούρες αρχαίων αγγείων έως γιαπωνέζικο θέατρο), το ηχοτοπίο έπαιξε καθοριστικό ρόλο (μουσική Billy Bultheel), υπογραμμίζοντας το πρωτόγνωρο ανάμεσα στο διονυσιακό και στο λυρικό με την παρουσία ενός κόντρα τενόρου με πολύ ξεχωριστή φωνή. Ο Ερμής του νεαρού Steve Katona, με τα μακριά μαύρα μαλλιά και την εξαιρετικά λεπτή σιλουέτα, κάτι ανάμεσα σε ξωτικό και άγγελο, έδωσε στην παράσταση έναν τόνο απρόσμενο. Θα έπρεπε να κάνουμε αναφορά σε όλους τους συντελεστές, ο καθένας με τον τρόπο του συνέβαλε στο ξεχωριστό αποτέλεσμα, όμως δεν είναι αυτός ο ρόλος του σημειώματος.
Η επισήμανση των «Ιχνευτών», από τις θεατρικές δράσεις του φετινού καλοκαιριού, είναι για να καταδείξει ότι η διαφορετικότητα δεν προέρχεται αναγκαστικά από εντυπωσιακά ευρήματα. Ο σεβασμός στο κείμενο είναι περισσότερο ένας εσωτερικός, μουσικός κυματισμός, που δεν αντλεί μόνο από τη στέρεη γνώση. Χρειάζεται ένστικτο, αναζήτηση που μπορεί να συνθέτει χωρίς να προδίδει. Να διασταυρώνονται, δηλαδή, στην ίδια σκηνή άνθρωποι από διαφορετικές καταβολές και χώρες, και να «μιλούν» την ίδια γλώσσα. Να συμβάλλουν ο καθένας στα θεμελιώδη: στην ερμηνεία ενός παιγνιώδους μύθου που ερμηνεύει τις απαρχές της μουσικής. Ενα ερειπιώδες κείμενο ανασυστήθηκε μέσα μας, με χάρη, ελαφροπατώντας, χωρίς να λείπουν η υπονόμευση και ο σαρκασμός. Χαμογελάσαμε χειροκροτώντας ένα ειδύλλιο, το οποίο παρακολουθήσαμε εν τη γενέσει του. Ανάμεσα στη φύση, στον μύθο, στην ιστορία, ανάμεσα στις λέξεις και στα πράγματα. Και ως θεατές γιορτάσαμε αυτά τα γενέθλια.