ΑΠΟΨΕΙΣ

Αυτά τα παιδάκια με τα ξένα επίθετα είναι η ελπίδα μας

Ο Χρήστος με τη γυναίκα του, Αλκέτα, και τα δυο τους παιδιά, του δημοτικού, τη Γεωργία και τον Κωνσταντίνο, ήρθαν στην Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας του ’90 και εγκαταστάθηκαν σε ένα ετοιμόρροπο σπιτάκι ενάμισι δωματίου στην Κερατέα. Εκείνος, εργάτης σε μεταλλείο στην πατρίδα του, καταπιάστηκε με οικοδομικές εργασίες, κι εκείνη δούλευε στα σπίτια καθαρίστρια. Καλοσυνάτοι και σκληρά εργαζόμενοι και οι δύο, κέρδισαν γρήγορα την εμπιστοσύνη των εργοδοτών τους και των ανθρώπων με τους οποίους συναναστρέφονταν. Τα παιδιά πήγαν στο τοπικό σχολείο και σε λίγους μήνες μίλούσαν ελληνικά σαν τη μητρική τους γλώσσα. Μέσα σε λίγα χρόνια η οικογένεια στάθηκε στα πόδια της – άλλαξαν σπίτι και πήγαν σε δυάρι «με κεντρική θέρμανση κι όλα τα κομφόρ», αγόρασαν αυτοκίνητο, ανακαίνισαν το σπίτι του παππού και της γιαγιάς στην Αλβανία, μάζεψαν χρήματα στην άκρη. Η Γεωργία ήταν η καλύτερη μαθήτρια του σχολείου. Αριστα σε όλα και υπερήφανη σημαιοφόρος στις παρελάσεις της 28ης Οκτωβρίου. Εγινε διατροφολόγος και παντρεύτηκε Ελληνα. Ο μικρός Κωνσταντίνος τελείωσε μια τεχνική σχολή κι άνοιξε πρόσφατα μαζί με δύο Ελληνες συνεταίρους ένα συνεργείο αυτοκινήτων.

Η αληθινή αυτή ιστορία μιας οικογένειας που έτυχε να γνωρίζω, μοιάζει, φαντάζομαι, με τις ιστορίες εκατοντάδων χιλιάδων οικογενειών που ήρθαν τα τελευταία 30 χρόνια στην Ελλάδα –κυρίως από την Αλβανία αλλά και τη Συρία– και εντάχθηκαν στην ελληνική κοινωνία.

Αν κάποιος πήγαινε στο σχολείο της Γεωργίας και του Κωνσταντίνου στην Κερατέα ή στο σχολείο του Γιάννη Αντετοκούνμπο στα Σεπόλια και διάβαζε τον κατάλογο των μαθητών, τα περισσότερα ονόματα θα ήταν ξένα – δεν θα μπορούσε ίσως καν να τα προφέρει. Η κοινοποίηση, λοιπόν, ενός τέτοιου καταλόγου, πέρα από το ότι είναι πράξη απαράδεκτη λόγω προσωπικών δεδομένων, αλλά και επικίνδυνη αφού καθιστά τα ανήλικα αυτά παιδιά στόχο κάθε ανεγκέφαλου ακροδεξιού τραμπούκου, δεν δείχνει τίποτε άλλο παρά την ευκαιρία που έχει μπροστά της η Ελλάδα. Την ευκαιρία να γαλουχήσει και να περιλάβει πολλά από τα ξένα αυτά παιδιά στους αυριανούς Ελληνες.

Η χώρα μας βρίσκεται, ως γνωστόν, σε δημογραφικό αδιέξοδο: κάθε χρόνο οι θάνατοι είναι περισσότεροι (έφτασαν τις 30.000 το 2019) από τις γεννήσεις, ενώ οι ηλικιωμένοι άνω των 65 ετών προσεγγίζουν το 1/4 του πληθυσμού. Εως το 2035 θα έχουμε περίπου μισό εκατομμύριο λιγότερους μαθητές από σήμερα και ο αριθμός των αποφοίτων από τα ελληνικά πανεπιστήμια θα μειωθεί στις 24.000, από 37.000 το 2010!

Την ίδια στιγμή, η χώρα έχει συνεχή διαρροή. Πάνω από 500.000 άτομα έφυγαν στο εξωτερικό τα χρόνια των μνημονίων –1.000 γιατροί μόνο το 2019–, ενώ αν παραμείνουν η εξαντλητική φορολογία και οι υπέρογκες ασφαλιστικές κρατήσεις στην εργασία, η έξοδος θα συνεχιστεί αμείωτη.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, γίνεται σαφές ότι έως το 2050 ο πληθυσμός της Ελλάδας μπορεί πράγματι να προσεγγίζει τα 8,5 εκατομμύρια, από 10,5 σήμερα, και να αποδειχθούν ρεαλιστικές κάποιες ιδιαίτερα απαισιόδοξες έρευνες.

Δύο τρόποι υπάρχουν για να φρενάρουμε αυτή την τάση. Είτε να κάνουμε μια επανάσταση στην οικογενειακή πολιτική με τεράστια οικονομικά κίνητρα στήριξης σε κάθε νέο ζευγάρι, ώστε να πεισθούν οι Ελληνες να κάνουν περισσότερα παιδιά, είτε να προσελκύσουμε ξένους μετανάστες που θα θέλουν να εγκατασταθούν και να εργαστούν στην Ελλάδα.

Αυτά δηλαδή τα ξένα παιδάκια με τα ακαταλαβίστικα επίθετα, εάν τα στηρίξουμε εκπαιδευτικά και τους δείξουμε εμπιστοσύνη, είναι βέβαιο ότι θα περιληφθούν στους αυριανούς Ελληνες. Θα βοηθήσουν τη χώρα να παραμείνει οικονομικά βιώσιμη και αναπτυσσόμενη, αφού εμείς αδυνατούμε να εξασφαλίσουμε την επιβίωσή της σε βάθος χρόνου.

Αυτό εξάλλου κάνουν οι ΗΠΑ αιώνες τώρα με τους μετανάστες που φθάνουν στη χώρα, αυτό έκανε και η Ελλάδα από αρχαιοτάτων χρόνων, αφού ως γνωστόν μέσα στην ελληνική επικράτεια ζούσαν επί αιώνες πληθυσμοί που είχαν έρθει από άλλες περιοχές, μιλούσαν άλλες γλώσσες, πίστευαν σε διαφορετικές θρησκείες και είχαν τα δικά τους έθιμα. Ολοι όμως πέρασαν μέσα από το χωνευτήρι του ελληνικού πολιτισμού και έγιναν με τα χρόνια Ελληνες.

Η Γεωργία, ο Κωνσταντίνος αισθάνονται περισσότερο Ελληνες παρά Αλβανοί. Κι έχουν μεγάλη ευγνωμοσύνη για τη χώρα που τους φιλοξένησε και τους βοήθησε να προκόψουν. Τα παιδάκια με τα ξένα επίθετα είναι η ελπίδα μας για το μέλλον.