ΑΠΟΨΕΙΣ

Ανθρωποι και ερείπια

Οι αφηγήσεις που χτίζουν την παράλληλη, αφανή και μισοσβησμένη ιστορία της χώρας περιλαμβάνουν και τις αναμνήσεις από διάφορους σεισμούς. Η δοκιμασία της Κρήτης, αυτές τις ημέρες, σχεδόν έναν χρόνο μετά τον μεγάλο σεισμό της Σάμου και λίγους μήνες μετά τους σεισμούς στη Θεσσαλία, δεν μας αφήνει να ξεχάσουμε ότι πολλές μεταβολές, πολλές απώλειες, πολλές τομές, πολλές ανατροπές στη διαδρομή της Ελλάδας έχουν ως αίτιο τους σεισμούς. Θα μπορούσε να πει κανείς το ίδιο για την Ιταλία, την Τουρκία, τη Βόρεια Μακεδονία, τη Ρουμανία και για πολλά σημεία της Βαλκανικής, που έχουν σημαδευθεί από ισχυρότατους σεισμούς, τα τελευταία 150 χρόνια, αν μείνει κανείς σε κοντινή προς την Ελλάδα γεωγραφική ακτίνα.
 
Μαζί με τις καταστροφές, οι σεισμοί φέρνουν και αλλαγές. Θυμάμαι τη Βρίσα στη Λέσβο, κοντά στα Βατερά, που είχα επισκεφθεί το 2019, δύο χρόνια μετά τον σεισμό που κατέστρεψε το χωριό με τα θαυμάσια, ιστορικά οικήματα. Η περιήγησή μου ανάμεσα στα γκρεμισμένα σπίτια ήταν μια εμπειρία ισχυρή, ένα βίωμα ανεξίτηλο. Η ομορφιά και η αρχοντιά του παλιού οικισμού είναι αδύνατον να ξαναγίνει, όσα μέσα και όσα χρήματα κι αν διατεθούν. Μια νέα ζωή θα γεννηθεί και είναι ασφαλώς ευπρόσδεκτη. Ωστόσο, το τραύμα θα ρίχνει πάντα τη σκιά του. Το ίδιο συνέβη με πολλούς τόπους στην Ελλάδα. Ο παλιός Βόλος, π.χ., χάθηκε στον σεισμό του 1955 και μαζί ένα σημαντικό κομμάτι της ιστορίας του και της ομορφιάς του. Οπως και η Σαντορίνη το 1956 ή η Κόρινθος το 1928. Αλλά κάθε καταστροφή μπορεί να γίνει και επιταχυντής εξελίξεων σε ό,τι αφορά την παραγωγή σκέψης και τεχνογνωσίας. Για την ανοικοδόμηση της Σαντορίνης εργάστηκαν σπουδαίοι μηχανικοί και επιστήμονες, όπως και στη διάρκεια του Μεσοπολέμου. Το παράδειγμα της νέας Κορίνθου ήταν επίσης μια ευκαιρία εφαρμογής προωθημένων αντιλήψεων για τη ρυμοτομία, την υγιεινή και την αρχιτεκτονική.
 
Στα Επτάνησα, το 1953, το σοκ του σεισμού ήταν ένα βαθύ ψυχικό ρήγμα που, πιστεύω, δεν έχει ξεπεραστεί ακόμη. Ηταν τέτοιο το πολιτισμικό σχίσμα με όλη την κληροδοτημένη παρακαταθήκη της Επτανήσου, που εν προκειμένω η ιδέα να κτιστεί εξαρχής μια πόλη όπως η Ζάκυνθος σε ένα κενό οικόπεδο προκαλούσε και προκαλεί δέος. Αλλά το 1953 είναι μακρινό. Υπό την πίεση των καταστροφών μπορεί να υπάρχουν και λανθασμένες εκτιμήσεις για τη μακροπρόθεσμη εξέλιξη της όποιας ανοικοδόμησης. Εστω, όμως, ένα σημείο καμπής, ακόμη και ως θέμα διεθνούς συνεδρίου, είναι το μετασεισμικό τραύμα, ψυχικό και υλικό, τεχνικό και πολιτιστικό, ένα τραύμα δημόσιας και ιδιωτικής ιστορίας. Και πώς το τραύμα αυτό μπορεί να είναι επιταχυντής ή έστω καταλύτης για να προκληθεί νέα σκέψη με στόχο την ευημερία των ανθρώπων.