ΑΠΟΨΕΙΣ

Ενα δύσκολο 12μηνο είναι μπροστά μας

Ο πληθωρισμός 3,4% στην Ευρωζώνη τον Σεπτέμβριο ήταν ο υψηλότερος εδώ και 13 χρόνια, ο δε σκληρός πυρήνας του (δηλαδή, χωρίς τις ευμετάβλητες τιμές τροφίμων και ενέργειας) βρέθηκε στο 1,9% – το υψηλότερο από το 2008. Φοβερό; Ας το αποδραματοποιήσουμε: Κάποτε ο πληθωρισμός θα ανέβαινε – και έπρεπε να ανέβει. Από τη χρηματοπιστωτική κρίση 2008-09 είχαμε πολλά και συνεχή χρόνια αποπληθωρισμού, αυτό ήταν το μεγάλο πρόβλημα: η κατολίσθηση των τιμών εργασίας, γης, επιχειρήσεων, άλλων εμπορευμάτων.

Είναι θετική η άνοδος του πληθωρισμού, και πάνω από 3% ή 4%. Αφενός, έτσι ροκανίζεται η πραγματική αξία του χρέους. Αφετέρου, γυρίζουν σε θετικά και «τσιμπάνε» τα επιτόκια – αμείβεται ο καταθέτης (π.χ. τα ασφαλιστικά ταμεία) αντί ο καταθέτης να πληρώνει τον δανειζόμενο, περιορίζεται και η αναζήτηση κέρδους με όποιο ρίσκο λόγω φθηνού χρήματος. Η μετά-την-πανδημία παγκόσμια ανάκαμψη πιέζει τις τιμές, Fed και EKT προβλέπουν ότι αυτές θα ισορροπήσουν στα μέσα του 2022. Ουδέν κακόν. Το ανησυχητικό δεν είναι οι δευτερογενείς (βραχυ- ή μεσο-πρόθεσμες) συνέπειες της ανάκαμψης της οικονομίας, αλλά οι παράγοντες που εμποδίζουν ή υπονομεύουν την ανάκαμψη.

Στην Ευρώπη, για παράδειγμα, έχουν συμπέσει αρκετοί: Τα αποθέματα σε καύσιμα είναι εξαιρετικά χαμηλά για τέτοια εποχή (φυσικό αέριο, άνθρακας, ακόμη και υδροηλεκτρικά είναι σε έλλειψη), η Gazprom δεν παρέχει ικανές ποσότητες αερίου επιδιώκοντας να εκβιάσει την κυριαρχία της στον αγωγό Nord Stream 2, η Απω Ανατολή «σκουπίζει» όλες τις ποσότητες φυσικού αερίου από τις διεθνείς αγορές για τα δικά της εργοστάσια, μαζί και η αύξηση του κόστους των ρύπων, όλα αυτά εκτοξεύουν το κόστος ενέργειας. Το Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ λέει ότι 80 εκατομμύρια ευρωπαϊκά νοικοκυριά υπέφεραν από το κρύο στον προ πανδημίας χειμώνα. Φέτος θα είναι χειρότερα για περισσότερα. Ο ευρωπαϊκός χειμώνας, λόγω La Νina, θα είναι πιο κρύος. Η παγκόσμια ανάκαμψη, πιο ασθενής. Η Goldman Sachs είναι η πρώτη μεγάλη επενδυτική τράπεζα που αναθεωρεί επί τα χείρω προβλέψεις για τον ρυθμό της παγκόσμιας ανάκαμψης. Γιατί, μαζί με το κόστος της ενέργειας, τρικλοποδιά στην ανάκαμψη βάζουν τα σοβαρά προβλήματα στις μεταφορές, λόγω έλλειψης κοντέινερ (η μεταφορά ενός κοντέινερ από Κίνα προς ΗΠΑ, που κυμαινόταν σε 1.200-1.500 δολ., εκτινάχτηκε σε 15.500 δολ.) και, τώρα, οδηγών φορτηγών. Οι τριγμοί της εφοδιαστικής αλυσίδας θα γίνουν εντονότεροι, οι ελλείψεις τους προσεχείς μήνες αναμένεται να γενικευτούν, η ανάκαμψη θα χαμηλώσει ρυθμούς.

Πού βρισκόμαστε εμείς μέσα σε αυτό το σκηνικό; Αν πετυχαίναμε οικονομική μεγέθυνση 8%, στα τέλη του έτους το ΑΕΠ θα ήταν στα επίπεδα του 2018 (180 δισ. ευρώ), λίγο μικρότερο απ’ όσο ήταν το 2019 (184,5 δισ. ευρώ), θα είχε αναπληρωθεί ένα μέρος των απωλειών του 2020, με τη βοήθεια κρατικών μέτρων στήριξης, της τάξης των 40 δισ. ευρώ. Αύριο ίσως ανακοινωθεί μεγέθυνση 6,1% φέτος. Δεν ζούμε κάποια αναπτυξιακή απογείωση.

Και παρότι έχουμε ηπιότερο κλίμα και μικρότερη εξάρτηση από το φυσικό αέριο, η διεθνής κατάσταση μας επηρεάζει αρνητικά και συνδυάζεται με τις δικές μας «αμαρτίες»: υψηλό εξωτερικό χρέος, παρωχημένο και ασθενικό οικονομικό μοντέλο, καταθλιπτική κυριαρχία των πολύ μικρών (μέχρι 9 εργαζομένους) επιχειρήσεων, τράπεζες με πολλά κόκκινα δάνεια και ελάχιστη διάθεση ανάληψης κινδύνου, δημόσιος δανεισμός από τις διεθνές αγορές μόνο χάρη στο έκτακτο πρόγραμμα της Φρανκφούρτης. Μαζί με τη σταδιακή άρση των μέτρων στήριξης της οικονομίας, το επόμενο 12μηνο θα είναι δύσκολο.