ΑΠΟΨΕΙΣ

Από τι πάσχει, πράγματι, η δημοκρατία

apo-ti-paschei-pragmati-i-dimokratia-561542713

Την περασμένη εβδομάδα κατατέθηκε πρόταση της αντιπολίτευσης για σύσταση εξεταστικής επιτροπής. Η κυβέρνηση κατηγορείται για επιλεκτική χρηματοδότηση των ΜΜΕ για την καμπάνια προστασίας από τον κορωνοϊό δύο φορές εντός του 2020 και επίσης για άσκηση επιρροής πάνω σε εταιρείες δημοσκοπήσεων. Η επιρροή –κατά την αντιπολίτευση– ασκείται με χρηματοδότηση από το Δημόσιο προς τις εταιρείες, για δημόσια έργα που τους ανατίθενται παράλληλα. Αναρωτιέται κανείς αν αυτό είναι το κρίσιμο θέμα στην ελληνική δημοκρατία σήμερα. Ανεξάρτητα από το πραγματολογικά βάσιμο αυτών των κατηγοριών, που μένει να αποδειχθεί, το κύριο θέμα που υπογραμμίζεται στη σχετική πρόταση της αντιπολίτευσης είναι ότι τίθεται πρόβλημα δημοκρατίας για τη σημερινή Ελλάδα.

Μετά την αλλαγή κυβέρνησης το 2019, Ελληνες  διανοούμενοι, υποστηρικτές της αντιπολίτευσης, ισχυρίζονται με άρθρα τους, εδώ και στο εξωτερικό, ότι η Ελλάδα πορεύεται προς τον αυταρχισμό. Θεωρούν ότι κακώς είχε κατηγορηθεί η κυβέρνηση των ετών 2015-2019 για αλλοίωση των δημοκρατικών θεσμών και ανταποδίδουν τις κατηγορίες στους σημερινούς κυβερνώντες. Προσφιλής αναφορά των αρθρογράφων είναι το καθεστώς του Βίκτορ Ορμπαν, με το οποίο εκείνοι θεωρούν ότι το ελληνικό πολίτευμα σήμερα συγκλίνει. Επωδός των σχετικών αναλύσεων είναι ότι η Ελλάδα ακόμα μεν δεν έχει γίνει Ουγγαρία, αλλά βρίσκεται σε τροχιά αντίστοιχη με εκείνη που η ανατολικοευρωπαϊκή χώρα ακολουθεί εδώ και μια δεκαετία. Είναι ίσως αναμενόμενο σε ένα από τα πιο πολωμένα κομματικά συστήματα της Ευρώπης, δηλαδή το σύγχρονο ελληνικό –το οποίο εξελίσσεται προς το μέλλον με διαρκείς αναφορές στο παρελθόν (Εμφύλιος, δικτατορία των συνταγματαρχών, κ.ά.)–, οι μάχες εντυπωσιασμού στην πολιτική σκηνή να περιλαμβάνουν διαρκή κινδυνολογία για τη μετάπτωση της δημοκρατίας σε κάποιο από τα μη δημοκρατικά καθεστώτα.
Είναι λιγότερο αναμενόμενο να υιοθετούν παρόμοια συμπεράσματα διεθνείς παρατηρητές. Μήπως οι ξένοι βλέπουν κάτι που δεν βλέπουμε εμείς; Ετσι, το διεθνώς πιο αναγνωρίσιμο ερευνητικό πρόγραμμα για τις σύγχρονες δημοκρατίες, το V-Dem (Varieties of Democracy project), εκτιμά ότι η ελληνική δημοκρατία είναι σε σταθερή, αλλά όχι απότομη, καθοδική πορεία από το 2012 έως σήμερα. Η εκτίμηση αυτή στηρίζεται σε βαθμολόγηση πολλών όψεων (περισσότερων από 350 «δεικτών») του πολιτεύματος, διαχρονικά και χωριστά για 201 χώρες –ανάμεσά τους και για την Ελλάδα– από πολλούς βαθμολογητές, «ειδικούς» για κάθε χώρα. Δηλαδή, πάλι, η εκτίμηση για την κατάσταση της δημοκρατίας στηρίζεται σε εντυπώσεις, έστω και αν αυτές δεν είναι φευγαλέες, αλλά προέρχονται από εκτιμητές που γνωρίζουν την κάθε χώρα. Παρόμοια είναι η μεθοδολογία και σε άλλες διεθνείς μετρήσεις της πολιτικής ελευθερίας (Freedom House) και της ελευθερίας του Τύπου (Δημοσιογράφοι χωρίς Σύνορα) σε κάθε χώρα.

Ωστόσο, οι εντυπώσεις που πρυτανεύουν στις διαμάχες στην εγχώρια πολιτική σκηνή, αλλά και τον διεθνή Τύπο, επηρεάζουν τους βαθμολογητές και το αντίστροφο: η δική τους βαθμολόγηση, μόλις δημοσιευθεί, γίνεται όπλο στον εγχώριο κομματικό ανταγωνισμό. Επιπλέον, η σώρευση τόσο πολλών «δεικτών», καθώς και η στάθμιση και σύνθεσή τους, περιπλέκουν την εικόνα ως προς τα βασικά κριτήρια με βάση τα οποία μπορεί κάποιος να αποφανθεί για το αν η δημοκρατία σταδιακά διολισθαίνει προς τον αυταρχισμό.

Προτιμότερο θα ήταν να διαλέξει κάποιος ένα από τα λιτά θεωρητικά πλαίσια κριτηρίων και με βάση αυτό να κρίνει το αν υπάρχει κίνδυνος εκτροχιασμού της δημοκρατίας. Πολλοί πολιτικοί επιστήμονες, όπως ο Γιάννης Παπαδόπουλος, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Λωζάννης, έχουν προτείνει ορισμένα κριτήρια όπως τα εξής: α) το κατά πόσον σε μια δημοκρατία το κοινοβούλιο έχει περιθωριοποιηθεί, β) οι πολιτικές αποφάσεις λαμβάνονται από τεχνοκράτες αντί εκλεγμένα όργανα, γ) οι ομάδες συμφερόντων συνομιλούν απευθείας με μη εκλεγμένους αξιωματούχους (π.χ., διοικητές οργανισμών) παρακάμπτοντας τις διαδικασίες της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, κ.ά. Αλλοι, πιο ριζοσπάστες, θεωρούν ως βασικό κριτήριο το ότι τα μέτρα δημόσιας πολιτικής προσδιορίζονται με όρους οικονομικής αποτελεσματικότητας αντί για κοινωνικοπολιτικούς όρους. Ολα τα παραπάνω συντρέχουν σήμερα και συνέτρεχαν σε παλαιότερες περιόδους την Ελληνική Δημοκρατία. Να συμπεράνουμε, άραγε, ότι περισσότερο από άλλες, η δική μας είναι μια δημοκρατία σε αποδρομή, δηλαδή καθ’ οδόν προς τον αυταρχισμό; Μάλλον όχι. Πρόκειται για δημοκρατία στην οποία διαδοχικές κυβερνήσεις έχουν «παρακούσει» τους τεχνοκράτες, υπάρχουν σχεδόν καθημερινές εντάσεις μέσα και έξω από τη Βουλή, τα πολιτικά κόμματα παραμένουν το κύριο φίλτρο συνάρθρωσης και έκφρασης των συλλογικών συμφερόντων και διαδοχικά μέτρα δημόσιας πολιτικής απέχουν πολύ από το να είναι οικονομικά άριστα, αν κρίνει κανείς από τις εθνικές οικονομικές αποτυχίες.

Μήπως η ελληνική δημοκρατία περνάει αυτό το «τεστ», αλλά αποτυγχάνει σε άλλα; Για παράδειγμα, σήμερα στη διεθνή συζήτηση για ορισμένες δημοκρατίες του Καυκάσου ή της Λατινικής Αμερικής ή των Δυτικών Βαλκανίων, που έχουν εκφυλιστεί σε «ανταγωνιστικά αυταρχικά καθεστώτα» (όρος των πολιτικών επιστημόνων S. Levitsky και L. Way), χρησιμοποιούνται λίγα σαφή ερωτήματα: έχει κομματικοποιήσει το εκάστοτε κυβερνών κόμμα, το οποίο έχει ανέλθει στην εξουσία με εκλογές, τους διοικητικούς θεσμούς; Ελέγχει σχεδόν όλα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης; Χρησιμοποιεί μόνο προς όφελός του τους δημόσιους πόρους, αποκλείοντας από αυτούς άλλα κόμματα; Προφανώς η απάντηση είναι θέμα βαθμού. Ακόμα και στις ευρωπαϊκές δημοκρατίες, σήμερα, σε κανένα από τα τρία ερωτήματα η απάντηση δεν είναι εντελώς αρνητική. Ωστόσο, τυχόν σύγκριση της ελληνικής δημοκρατίας με πολλές από εκείνες των περιοχών του κόσμου που προαναφέρθηκαν, δεν μπορεί να είναι καταστροφολογική, εκτός αν η απάντηση στα παραπάνω τρία ερωτήματα δίνεται φορώντας τα γυαλιά του πολιτικού φανατισμού.

Με βάση τα παραπάνω κριτήρια, η Ελλάδα δεν βαδίζει στο μονοπάτι που οδηγεί σε καθεστώς κεκαλυμμένης δικτατορίας. Με τα γυαλιά του φανατισμού, ωστόσο, δεν γίνονται ορατά τα προβλήματα της ελληνικής δημοκρατίας, ως προς τα οποία αυτή πράγματι ξεχωρίζει από άλλες δημοκρατίες, ευρωπαϊκές και μη. Τέτοια είναι, μεταξύ άλλων, ο εφησυχασμός ως προς την καταπολέμηση της πολιτικής, αλλά και της διοικητικής διαφθοράς, που δεν αντιμετωπίστηκε σοβαρά στη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, η διακριτική μεταχείριση εις βάρος προσφύγων, μεταναστών, καθώς και μειονοτήτων του γηγενούς πληθυσμού, η απρόβλεπτη εφαρμογή του κράτους δικαίου, όπως όταν οι νόμοι καταργούνται στους «δρόμους» ή η δημόσια διοίκηση δεν εφαρμόζει αποφάσεις της Δικαιοσύνης και, τέλος, η διαιώνιση αδικιών στην κατανομή εισοδήματος και πλούτου. Η αδυναμία της σημερινής δημοκρατίας να κάμψει τις τυχόν επιβλαβείς επιπτώσεις της λειτουργίας της οικονομίας ενδιαφέρει τους οικονομικά ασθενέστερους πολίτες πολύ περισσότερο από την κατανομή πόρων στα ΜΜΕ και τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων.
 
* Ο κ. Δημήτρης Α. Σωτηρόπουλος είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και ερευνητής του ΕΛΙΑΜΕΠ.