ΑΠΟΨΕΙΣ

Μια Διάσκεψη για το Μέλλον της Ευρώπης

Το διήμερο 22-23 Οκτωβρίου, η Ευρώπη επιδόθηκε σε αυτό που ίσως καλύτερα από οτιδήποτε και οποιονδήποτε άλλο ξέρει να κάνει: να συζητάει. Επτά δεκαετίες τώρα, ειρήνη, δημοκρατία και ευημερία στην άλλοτε «Σκοτεινή» (κατά Μαζάουερ) και πάντοτε Γηραιά Ηπειρο οικοδομήθηκαν στην ικανότητα της αέναης συζήτησης και διαπραγμάτευσης των διαφορών. Ας αφιερώσουμε λίγα δευτερόλεπτα για να εκτιμήσουμε την αξία της ειρηνικής πλουραλιστικής συζήτησης: όχι μόνο σε σύγκριση με την εναλλακτική (τη σύγκρουση, τον πόλεμο!), αλλά και ως τη μόνη μέθοδο διαχείρισης της συνεργασίας μεταξύ αλληλεξαρτημένων και διαφοροποιημένων εθνικών κρατών και κοινωνιών.

Η Διάσκεψη για το Μέλλον της Ευρώπης (ΔΜΕ) είναι κάτι παραπάνω από το άνοιγμα της πανευρωπαϊκής συζήτησης κατευθείαν στους πολίτες. Αυτές τις μέρες, και μέχρι την άνοιξη του 2022, οι πολίτες της Ευρώπης έχουν τη δυνατότητα να καταθέσουν (σε μια ενιαία πανευρωπαϊκή ψηφιακή πλατφόρμα) ιδέες, προτάσεις, κριτική, που θα συμπληρώσουν τον ρόλο των αντιπροσωπευτικών θεσμών που κινούν τους μηχανισμούς της Ε.Ε. Δίπλα στις κυβερνήσεις που συνεδριάζουν στο Συμβούλιο, τους εκλεγμένους αντιπροσώπους των κοινωνιών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Επιτροπή που έχουν ορίσει οι εκλεγμένες κυβερνήσεις, οι πολίτες της Ευρώπης, τελικοί εντολείς όλων, θα συνεισφέρουν άμεσα και συμμετοχικά τις απόψεις τους για το πώς μπορεί η Ε.Ε. να τα καταφέρει καλύτερα.

Η Διάσκεψη είναι μια ιστορικής εμβέλειας, τεράστιου εύρους άσκηση, πρωτοβουλία του προέδρου Μακρόν, που o ίδιος πραγματοποίησε πολλές ανοιχτές συνελεύσεις πολιτών σε όλη τη Γαλλία. Πλήθος εθνικών και ευρωπαϊκών ομάδων πολιτών, με κριτήρια αντιπροσωπευτικότητας της ποικιλομορφίας της Ε.Ε., έχουν ήδη συνέλθει και παρουσιάσει τα πρώτα αποτελέσματα των συζητήσεών τους στην Ολομέλεια της ΔΜΕ.

Δεν είναι μια εύκολη και χωρίς αδυναμίες διαδικασία. Η συμμετοχή παραμένει έως τώρα χαμηλή. Η τελική αξιοποίηση των προτάσεων από τα θεσμικά όργανα της Ε.Ε. ασαφής. Η όλη άσκηση ατελής. Ατελής όμως είναι κι η ίδια η δημοκρατία. Αλλά αυτήν έχουμε.

Στις επιμέρους θεματικές ενότητες, που οργανώνουν τη συζήτηση, συστεγάζονται μερικά από τα πιο κρίσιμα ερωτήματα και διλήμματα για το μέλλον της Ευρώπης. Θα μπορεί η Ε.Ε. να αναλάβει γενναιότερες δημοσιονομικές πρωτοβουλίες, χτίζοντας στο κεκτημένο του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, για να χρηματοδοτεί τις επενδυτικές και άλλες προτεραιότητές της; Θα μπορεί να κάνει περισσότερα για τη συνοχή στο εσωτερικό της και τη στρατηγική της αυτονομία στη γειτονιά της και τον πλανήτη, για να υπηρετεί καλύτερα τα συμφέροντα και τις αξίες της και να προστατεύει αποτελεσματικότερα τους πολίτες της, όπως τείνουν να επιθυμούν οι χώρες του ευρωπαϊκού Νότου; Ή θα περιοριστεί σε μια χαλαρή διακρατική συνεργασία, μια χαμηλών πτήσεων ενιαία αγορά χωρίς γεωπολιτικές φιλοδοξίες, όπως προωθείται κυρίως από τα βόρεια κράτη-μέλη; Θα μπορεί η Ε.Ε. να αντιμετωπίσει τους φορολογικούς παραδείσους και τον επιβλαβή φορολογικό ανταγωνισμό, που στερεί δημοσιονομικούς πόρους την Ε.Ε. και τις κυβερνήσεις, εις βάρος παραγωγικών επιχειρήσεων και εργαζομένων; Θα μπορεί, με άλλα λόγια, η Ε.Ε. να λειτουργήσει προς όφελος του ευρωπαϊκού και εθνικού δημόσιου συμφέροντος των κρατών-μελών και των πολιτών της; Ολα αυτά συναρτώνται με την αποτελεσματικότητα, ισχύ και νομιμοποίηση της Ενωσης. Και τα τρία θα επηρεαστούν καθοριστικά από την έκβαση της Διάσκεψης.

Η προηγούμενη παρόμοιας εμβέλειας άσκηση ήταν η Ευρωπαϊκή Συνέλευση το 2002. Παρήγαγε ένα μεγαλόπνοο Ευρωπαϊκό Σύνταγμα το 2004, μια Συνταγματική Συνθήκη της Ε.Ε., την οποία εκτροχίασαν δύο αρνητικά δημοψηφίσματα στη Γαλλία και την Ολλανδία τo 2005. Συνέβαλαν τότε εθνικοί πολιτικοί αποφασισμένοι να κρατήσουν την Ε.Ε. αδύναμη και ανεπαρκή, και πολίτες ανέτοιμοι να εντάξουν τον εθνικό τους ορίζοντα στην ευρύτερη προοπτική μιας ισχυρότερης Ευρώπης.

Τώρα οι συνθήκες είναι λιγότερο δραματικές, η φιλοδοξία εκ των πραγμάτων περιορισμένη, αλλά η ανάγκη το εγχείρημα να επιτύχει εξίσου ισχυρή. Οι δημοκρατίες σήμερα απειλούνται από την παραπληροφόρηση, την άγνοια, τον φανατισμό των μισαλλόδοξων και το δηλητήριο των δημαγωγών. Απειλούνται όμως επίσης από την ιδιώτευση, την επανάπαυση, την αδιαφορία των μετριοπαθών σκεπτόμενων πολιτών. Οι εμπεδωμένες δημοκρατίες δεν κινδυνεύουν από τυράννους που φαλκιδεύουν τα δικαιώματα των πολλών, αλλά από πολίτες αμέτοχους στα κοινά.

Παραφράζοντας τον Οσκαρ Ουάιλντ, «είναι καλή η δημοκρατία αλλά παίρνει πολλά απογεύματα». Αυτούς τους πολλούς, εθνικούς και Ευρωπαίους πολίτες, προσπαθεί να κινητοποιήσει η Διάσκεψη για το Μέλλον της Ευρώπης, προς όφελος της Ευρώπης. Ακόμα κι αν χρειαστούν πολλά απογεύματα.

* Ο κ. Γιώργος Παγουλάτος είναι καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, επισκέπτης καθηγητής στο Κολέγιο της Ευρώπης, γενικός διευθυντής του ΕΛΙΑΜΕΠ.