ΑΠΟΨΕΙΣ

Μοιραία αμεριμνησία

Θα μου επιτραπεί να αμφιβάλλω, αν υπάρχει στην Ελλάδα σήμερα πολίτης, έστω και ένας μοναδικός, που να ξέρει τι ψηφίζει, όταν πηγαίνει στην κάλπη. Σίγουρα ψηφίζει ένα κόμμα, αλλά το ερώτημα είναι, σε ποιες πολιτικές συγκατατίθεται ψηφίζοντας το συγκεκριμένο κόμμα: Αν διάβασε ποτέ τις ιδρυτικές διακηρύξεις, το πολιτικό πρόγραμμα, τις επαγγελίες κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής του συγκεκριμένου κόμματος. Τι θα αλλάξει στο εκπαιδευτικό σύστημα, στο φορολογικό, στη δημόσια διοίκηση, στις ένοπλες δυνάμεις, στα νοσοκομεία, στις βιομηχανίες, στο συνταξιοδοτικό, στην τοπική αυτοδιοίκηση – πώς και πόσο διαφοροποιείται ή μπορεί να διαφοροποιηθεί η πολιτική (λειτουργία του «δημόσιου τομέα») στη χώρα, αν αλλάξει ο διαχειριστής της εξουσίας.

Κατά κανόνα, τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα δεν εμφανίζουν προεκλογικά προγράμματα, εμφανίζουν γενικόλογες, ευφραντικές επαγγελίες ισοδύναμες με ένα αισιόδοξο τίποτα. Το μόνο κόμμα που τόλμησε να εξαγγείλει ανατρεπτικές μεταβολές στη λειτουργία του κράτους και στη δόμηση της κοινωνίας ήταν το ΠΑΣΟΚ, του Ανδρέα Παπανδρέου, το 1981. Επαγγέλθηκε «αλλαγή» και την έκανε, ανέτρεψε και αποδιοργάνωσε κατεστημένους θεσμούς, κατέλυσε ιεραρχίες και κάθε μορφής αξιοκρατία, χλεύασε και περιθωριοποίησε τις στοχεύσεις αριστείας, την άμιλλα, τα κοινοτικά προηγούμενα.

Δεν έχει ούτε περιγραφεί ούτε κριθεί και καταγγελθεί το παπανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ ως κοινωνικό σύμπτωμα, οι αντιθέσεις που προκάλεσε αφορούσαν αποκλειστικά τη νομή της εξουσίας, όχι τους στόχους και τη λειτουργικότητα της κοινωνίας. Γι’ αυτό και δεν υπήρξε ακόμα σοβαρή και αμερόληπτη μελέτη του φαινομένου ΠΑΣΟΚ. Η λεγόμενη «πολιτική Δεξιά» δεν είχε τις προϋποθέσεις για να συγκροτήσει αντιπρόταση στον ιστορικο-υλιστικό μηδενισμό και αμοραλισμό του ΠΑΣΟΚ, όσο για το ΚΚΕ (από καταγωγής του στον ελλαδικό χώρο) ήταν και παραμένει ανυποψίαστο για τον κοινωνιοκεντρισμό μιας ενδεχόμενης, απροσκύνητης στα σοβιετικά ταμπού, Αριστεράς.

Οχι περισπάσεις όταν μετράμε κουκιά.

«Αντιστάσεως μη ούσης», ούτε από μια κοινωνιοκεντρική Αριστερά ούτε από μια φιλοπάτριδα Δεξιά, το ΠΑΣΟΚ άρχισε να αυτοτιθασεύεται στα καλούπια της πλασματικά ευφραντικής «ευρωλιγούρας». Για πρώτη φορά στην Ελλάδα, ένα κόμμα με φιλοδοξία «κινήματος», επαγγέλθηκε την υλιστική ευζωία της Δεξιάς με συνθηματολογία και πρακτικές της προλεταριακής Αριστεράς – συγκλίνουν με το ΠΑΣΟΚ, χάρη στο ταλέντο του ιδρυτή και αρχηγού του, η ιστορικο-υλιστική (καταναλωτική) μέθη, ως αυταξία, με την προλεταριακή απατρία και τον διεθνισμό. Εμβληματική φιγούρα της πασοκικής «Νέας Τάξης» ή Ανίερης Συμμαχίας ο «αριστερός» πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης: Να ευχαριστεί, από το βήμα της Βουλής, τους Αμερικανούς, που μας γλίτωσαν από την απληστία των Τούρκων στα Ιμια, εδραιώνοντας, βέβαια, το όνειδος εγκλωβισμού μας στην αοριστία «γκρίζων ζωνών» στο Αιγαίο.

Οι Ελληνες είμαστε ένας λαός, που επιβίωσε ιστορικά για τέσσερις ολόκληρους αιώνες, υπόδουλος σε κατακτητή διαφορετικής γλώσσας, ριζικά διαφορετικής θρησκείας, νοοτροπίας, ηθών και εθίμων, πολιτισμού. Επαναστάτησαν οι Ελληνες, πριν από δύο αιώνες, ελευθερώνοντας μόνο ένα ελάχιστο κομμάτι πανάρχαιας πατρώας γης, αλλά δεν απελευθέρωσαν την πρωτεύουσα πόλη τους, ούτε ονομαστές στην υφήλιο ιστορικές κοιτίδες του πολιτισμού τους. Επιβίωσε ο Ελληνισμός, μετά την επανάσταση του 1821, όπως ίσως, θα επιβίωναν και οι Γάλλοι χωρίς το Παρίσι, οι Αγγλοι δίχως τις βρετανικές νήσους και χωρίς το Λονδίνο, οι Ιταλοί δίχως τη Ρώμη.

Το τραγικότερο σε αυτή την ιστορική εξέλιξη είναι, όχι η απώλεια εδαφών, πανάρχαιων κοιτίδων της ελληνικής ιδιαιτερότητας, αλλά η απώλεια της συνείδησης του λαού για τον πολιτισμό του, την καισαρική διαφορά του πολιτισμού του από τον ατομοκεντρισμό και τη χρησιμοθηρία της Δύσης. Δεν έχει πια τις προσλαμβάνουσες, εμπειρίες και παραστάσεις ο Ελληνας, για να αντιληφθεί την αγεφύρωτη διαφορά που χωρίζει τη δημοκρατία από τη res publica, την αλήθεια από τη veritas, την εκκλησία του δήμου από το κοινοβούλιο και μύρια ανάλογα.

Το παράδοξο, αλλά όχι και οπωσδήποτε παρήγορο, είναι ότι αυτή η μη Ελλάδα της πολεοδομικής ντροπής, της πολιτικάντικης αηδίας, του πιθηκισμού κάθε «μοντέρνας» και ξεδιάντροπης διαστροφής, της τρομακτικής αυθαιρεσίας και του αμοραλισμού, της επιδεικτικής εμμονής στον μονόδρομο της «αρπαχτής» και στην εξόντωση της ποιότητας, αυτή η Ελλάδα δεν πεθαίνει για να ξεμπερδεύουμε, όπως ζητούσε σπαραχτικά ο Θόδωρος Αγγελόπουλος διά στόματος Βέγγου: «Η αγωνία κρατάει πολύ και κάνει και θόρυβο».

Σίγουρα, την ταινία την έχει δει ο πρωθυπουργός Κυριάκος, «ό,τι φοριέται και εντυπωσιάζει» δεν του ξεφεύγει. Αλλά μάλλον είναι αδύνατο πια να σκεφθεί – ακόμα και σε ιδιοφυείς ανθρώπους σήμερα, «ανεπαισθήτως» (Καβάφης), το κυνήγι των εντυπώσεων αχρηστεύει τη σκέψη. Οσο για τη Νίκη Κεραμέως, ο σπαραγμός του Βέγγου είναι φανερό ότι δεν την αφορά, μετρώντας κουκιά δεν θέλει περισπάσεις.