ΑΠΟΨΕΙΣ

Facebook, το εταιρικό συμφέρον και το κοινό καλό

Το μεγαλύτερο μέσο κοινωνικής δικτύωσης παγκοσμίως, το Facebook, αντιμετωπίζει τη σοβαρότερη κρίση εμπιστοσύνης από το 2018, μετά το σκάνδαλο της εταιρείας Cambridge Analytica, η οποία είχε αποκτήσει πρόσβαση σε δεδομένα χρηστών του. Οι επικρίσεις πληθαίνουν. Κάποια στιγμή, οι ρυθμιστικές αρχές των ΗΠΑ και της Ε.Ε. θα παρέμβουν ρυθμιστικά στη λειτουργία του. Από τα τέλη του 19ου αιώνα, η φιλελεύθερη παράδοση αντιμετωπίζει με καχυποψία την εταιρική συγκέντρωση ισχύος.

Ως συνήθως, αρκεί ένας νυν ή πρώην εργαζόμενος για να αποκαλύψει παράνομες, αθέμιτες ή αμφίβολης ηθικής πρακτικές μιας εταιρείας. Δεν είναι εύκολο. Απαιτούνται τεχνική γνώση, αξιοπιστία και, βεβαίως, θάρρος. Οι παράνομες πρακτικές της Enron λ.χ. ήρθαν στο φως όταν η αντιπρόεδρος της εταιρείας Σάρον Γουότκινς κατήγγειλε ένα τεράστιο λογιστικό σκάνδαλο, που επρόκειτο να οδηγήσει τον ενεργειακό κολοσσό στην κατάρρευση.

Στις ΗΠΑ υπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες για αποκαλύψεις ένοχων εταιρικών μυστικών. Οι μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος (whistleblowers) προστατεύονται, οργανώσεις της κοινωνίας πολιτών παρέχουν νομική υποστήριξη, οι δικαστικές αρχές αγρυπνούν, και ο έγκυρος Τύπος συνήθως κάνει καλά τη δουλειά του, σε ένα στιβαρό πλαίσιο προστασίας της ελευθερίας του λόγου.

Πρόσφατα, επιτροπή της Γερουσίας (και της βρετανικής Βουλής) άκουσε με προσοχή τις αποκαλύψεις της κ. Φράνσις Χάουγκεν, πρώην στελέχους του Facebook. Η μάρτυρας μίλησε τεκμηριωμένα και αξιόπιστα, δίνοντας στη δημοσιότητα χιλιάδες σελίδες εσωτερικών εγγράφων. Σε σειρά άρθρων της, πρώτη η Washington Post δημοσιοποίησε αρκετές από τις αποκαλύψεις της. Πολιτειακοί εισαγγελείς και ρυθμιστικές αρχές στις ΗΠΑ ασχολούνται ήδη με αυτές.

Τι είπε, στην ουσία, η κ. Χάουγκεν; Οτι το Facebook συμπεριφέρεται τουλάχιστον υποκριτικά, πιθανότατα παραπλανητικά: ενώ διατείνεται ότι αντιμάχεται την παραπληροφόρηση και τον λόγο μίσους, στην πραγματικότητα δεν το κάνει ουσιαστικά. Η μάρτυρας συνόψισε τη συμπεριφορά του Facebook ως εξής: «Επέλεξε τα κέρδη να είναι πάνω από την ασφάλεια. […] Τα προϊόντα του κάνουν ζημιά στα παιδιά, εντείνουν τη διχόνοια και αδυνατίζουν τη δημοκρατία». Το χειρότερο, είπε, είναι ότι «η ηγεσία της εταιρείας ξέρει πώς να κάνει καλύτερο το Facebook και το Instagram, αλλά δεν θα κάνει τις απαιτούμενες αλλαγές». Η κ. Χάουγκεν ανέφερε εσωτερικές έρευνες του Facebook, τις οποίες η εταιρεία αγνόησε – όπως π.χ. την αρνητική αντίληψη που αποκτούν οι έφηβες για το σώμα τους με τη χρήση του Instagram· την ώθηση συντηρητικών αντιλήψεων πολιτών σε εξτρεμιστικές ιστοσελίδες· την παραπληροφόρηση για τις προεδρικές εκλογές στις ΗΠΑ το 2020, που οδήγησε στην εισβολή στο Καπιτώλιο.

Η κ. Χάουγκεν θεωρεί ότι το Facebook δεν μπορεί να αυτορρυθμιστεί – «έχει κολλήσει σε έναν [φαύλο] κύκλο ανατροφοδότησης. Αν αφεθεί μόνο του, θα συνεχίσει να κάνει επιλογές αντίθετες με το κοινό καλό». Γιατί; Διότι το μοντέλο λειτουργίας του (όπως και άλλων μέσων κοινωνικής δικτύωσης) βασίζεται στην ανατροφοδοτούμενη εμπλοκή του χρήστη: οι αλγόριθμοι δίνουν προτεραιότητα σε ό,τι είναι πιθανόν να μας κρατήσει την προσοχή. Και, φυσικά, δεδομένης της ανθρώπινης φύσης, την προσοχή μας έλκουν ακραίες, εκκεντρικές ή παρανοϊκές αντιλήψεις. Δεν είναι μόνο το Facebook «κολλημένο» στον φαύλο κύκλο της αλγοριθμικής ανατροφοδότησης – έτσι είμαστε κι εμείς, οι χρήστες.

Στη φιλελεύθερη δημοκρατία η κοινωνία πολιτών κινητοποιείται, θέτοντας επιτακτικά το κοινό καλό στο επίκεντρο του δημόσιου λόγου.

Ο κ. Ζούκερμπεργκ, ιδρυτής του Facebook, αντέκρουσε τις κατηγορίες της κ. Χάουγκεν χρησιμοποιώντας τη γλώσσα του ιδίου συμφέροντος. Θα ήταν «βαθιά παράλογο», είπε, να δίνει η εταιρεία του προτεραιότητα σε επιζήμιο περιεχόμενο, διότι οι διαφημιστές θα απέφευγαν να διαφημίζονται σε μια πλατφόρμα που ενισχύει το μίσος και την παραπληροφόρηση.

Πρόκειται για λογικοφανές, μη ουσιαστικώς λογικό επιχείρημα. Πρώτον, η παραπληροφόρηση είναι μια «εξωτερικότητα» (το κόστος μιας επιχειρηματικής δραστηριότητας που επωμίζεται η κοινωνία, π.χ. μόλυνση), δηλαδή ένα παράπλευρο αποτέλεσμα, όχι ο κύριος σκοπός του Facebook. Οσο, όμως, η «εξωτερικότητα» είναι πολιτικά ανεκτή, παραγωγός και καταναλωτές μπορούν να τη θεωρούν ανεπιθύμητο, πλην αναπόφευκτο κακό, οπότε να την παρακάμπτουν, λογικά και ηθικά. Δεύτερον, το Facebook, με σχεδόν τρία δισ. χρήστες, είναι πολύ μεγάλο για να το αγνοήσουν οι διαφημιστές – αναγκάζονται να το χρησιμοποιήσουν.

Η στάση του Facebook σήμερα θυμίζει τη στάση των βιομηχανιών καπνού και πετρελαίου παλαιότερα: αποκαλύφθηκε πρόσφατα ότι γνώριζαν για τις ζημιογόνες «εξωτερικότητες» των προϊόντων τους, αλλά επέλεξαν να τις αποσιωπήσουν (ακόμη και να παραπλανήσουν). Ανεπίτρεπτο, πλην ευεξήγητο: η παραδοχή τους θα είχε κολοσσιαίες επιπτώσεις γι’ αυτές.

Γενικότερα, σε ένα νομοθετικά αρρύθμιστο περιβάλλον τείνει να κυριαρχεί η προστασία του ιδίου συμφέροντος. Το κοινό καλό, ως αξία, συρρικνώνεται αυτο-εξυπηρετικά στην ελάχιστη τήρηση του υφιστάμενου νόμου και την παραγωγή πλούτου γενικώς (και υψηλότερα μερίσματα για τους μετόχους ειδικώς). Τα ψίχουλα της εταιρικής φιλανθρωπίας καταπραΰνουν, κατόπιν, τις συνειδήσεις και κλείνουν τα στόματα.

Οχι, όμως, για πολύ. Στη φιλελεύθερη δημοκρατία, τα δύσκολα –σωκρατικά– ερωτήματα μόνο προσωρινά απωθούνται. Πράττουμε ορθά; Η κοινωνία πολιτών κινητοποιείται (και μέσω του Facebook!), θέτοντας επιτακτικά το κοινό καλό στο επίκεντρο του δημόσιου λόγου. Η πληθυντικότητα της δημοκρατίας διαρρηγνύει την αυτοεξυπηρετική λογική των επιχειρηματικών οργανισμών. Το ερώτημα περί του ευ ζην τίθεται πιεστικά. Ο «δήμος» έχει τον τελευταίο λόγο.

* Ο κ. Χαρίδημος Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και ερευνητής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Warwick.