ΑΠΟΨΕΙΣ

Πρίζες φόρτισης στις πιλοτές

Τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα είναι καταπληκτικά. Δεν είναι μόνο ότι είναι ωραία γκάτζετ, με τις οθόνες τους και τα κουμπάκια τους (ή, σε κάποιες περιπτώσεις, χωρίς τα κουμπάκια τους) αλλά είναι και πραγματικά διαφορετικά από τα «κανονικά» αυτοκίνητα με συγκεκριμένους και σημαντικούς τρόπους. Πρώτα απ’ όλα, δεν έχουν ταχύτητες. Δεν είναι σαν τα αυτόματα, που αλλάζουν τις ταχύτητες μόνα τους – δεν έχουν καθόλου ταχύτητες. Πατάς γκάζι και πάνε, όσο πατάς, όλο και πιο γρήγορα, χωρίς κομπιάσματα και αναταράξεις. Και χωρίς θόρυβο. Γιατί τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα δεν κάνουν καθόλου φασαρία. Περνούν από δίπλα σου και ακούς μόνο ένα θρόισμα, ένα μουρμουρητό, σαν τον ήχο που κάνει ηλεκτρική σκούπα τρεις ορόφους μακριά. Τα οδηγείς και σου παίρνει ώρα να συνηθίσεις την ησυχία και την παράλογη υποψία ότι, παρόλο που το αυτοκίνητο κινείται, δεν είσαι και απολύτως σίγουρος ότι έχει πάρει στα αλήθεια μπρος.

Τις προάλλες, ο πρωθυπουργός προανήγγειλε μια σειρά από νέες δράσεις και πρωτοβουλίες της κυβέρνησης για τα θέματα του μετριασμού της κλιματικής αλλαγής και της προσαρμογής στις συνέπειές της και, ανάμεσα στις εξαγγελίες για τον νέο κλιματικό νόμο και τις αδειοδοτήσεις για υπεράκτια αιολικά πάρκα, ανάφερε και τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα. Συγκεκριμένα, δεσμεύθηκε ότι στη χώρα μας θα πάψουν να πωλούνται Ι.Χ. με κινητήρες εσωτερικής καύσης από το 2030 και μετά, ενώ από το 2025 όλα τα νέα ταξί σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη θα πρέπει να είναι ηλεκτρικά ή «οχήματα μηδενικών εκπομπών ρύπων». Είναι μια φιλόδοξη δέσμευση, αλλά όχι περίεργη ή πρωτότυπη. Είναι παρόμοια με δεσμεύσεις που έχουν κάνει και άλλες χώρες (π.χ. το Ηνωμένο Βασίλειο) και βεβαίως συμβατή και με την πραγματικότητα που διαμορφώνεται στην αγορά αυτοκινήτου. Είναι, δε, και απολύτως απαραίτητη, αν είναι η χώρα μας να πιάσει τον ευρωπαϊκό στόχο για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά 55% έως το 2030 και στο μηδέν έως το 2050.

Υπάρχει, όμως, ένα θέμα που κάνει την υλοποίηση μιας τέτοιας δέσμευσης δύσκολη υπόθεση. Ή μάλλον, υπάρχουν πολλά θέματα. Κάποια εύκολα ή δύσκολα θα λυθούν, άλλα θα χρειαστούν τολμηρές επενδύσεις και ραγδαίες αλλαγές και υπάρχει και τουλάχιστον ένα πρόβλημα που μοιάζει εντελώς αδύνατο να λυθεί μέσα στα εννέα χρόνια που μεσολαβούν.

Αν γίνουν μεγάλες και τολμηρές επενδύσεις, θα μπορέσει να φτιαχτεί ένα δίκτυο φορτιστών για τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα σε όλους τους μεγάλους δρόμους και στις εθνικές οδούς της χώρας.

Από αυτά που με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο θα λυθούν, είναι το θέμα της προσφοράς. Προς το παρόν, τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα που υπάρχουν διαθέσιμα είναι κατά κανόνα αρκετά ακριβότερα από τα βενζινοκίνητα, αλλά όλοι ξέρουμε ότι αυτό σταδιακά θα αλλάξει. Ξέρουμε επίσης ότι σήμερα τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα δεν είναι και τόσο «καθαρά», επειδή φορτίζουν με ηλεκτρικό ρεύμα, το οποίο στην Ελλάδα ακόμη παράγεται σε κάποιο ποσοστό από την καύση λιγνίτη και ορυκτών καυσίμων. Αλλά ξέρουμε ότι και αυτό θα αλλάξει τα επόμενα χρόνια, και το ηλεκτρικό ρεύμα θα παράγεται περισσότερο από πιο καθαρές πηγές.

Ξέρουμε, ακόμη, ότι αν γίνουν μεγάλες και τολμηρές επενδύσεις, θα μπορέσει να φτιαχτεί ένα δίκτυο φορτιστών για τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα σε όλους τους μεγάλους δρόμους και στις εθνικές οδούς της χώρας. Οτι, επίσης, η τεχνολογία των μπαταριών θα βελτιωθεί ακόμη περισσότερο, ότι θα βρεθεί λύση για το θέμα των πρώτων υλών τους, ότι θα αυξηθεί η απόδοσή τους και ότι θα μειωθεί το κόστος τους. Κάθε ταξί που δουλεύει στην Αθήνα κάνει πάνω-κάτω 300-350 χιλιόμετρα την ημέρα – τα περισσότερα ηλεκτρικά αυτοκίνητα που υπάρχουν στην αγορά σήμερα θα ζορίζονταν να καλύψουν αυτή την ανάγκη. Αλλά κάποιος μπορεί με ασφάλεια να υποθέσει ότι τα επόμενα χρόνια αυτό θα αλλάξει.

Υπάρχει, όμως, ένα πρόβλημα πολύ σημαντικό, το οποίο δεν συζητιέται αρκετά σε αυτήν τη φάση και το οποίο μοιάζει πολύ δύσκολο να λυθεί μέχρι το 2030: το ότι οι περισσότεροι Ελληνες οδηγοί παρκάρουν τα αυτοκίνητά τους στον δρόμο. Τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα είναι άλλο ένα πράγμα το οποίο θα πρέπει να θυμόμαστε να φορτίζουμε πότε πότε, όπως τα κινητά τηλέφωνα και τα φορητά ηχεία. Αντίθετα με ό,τι συμβαίνει σε χώρες όπως η Νορβηγία ή η Δανία, το ποσοστό των οδηγών που έχουν πρόσβαση σε ασφαλή χώρο πάρκινγκ όπου μπορούν να εγκαταστήσουν ειδική πρίζα και να βάζουν το αυτοκίνητο να φορτίζει τη νύχτα δεν είναι μεγάλο. Από το 2030 και μετά, όλοι αυτοί δεν θα μπορούν να αγοράσουν πια αυτοκίνητα με βρώμικους, θορυβώδεις βενζινοκινητήρες, αλλά οπωσδήποτε δεν θα μπορούν και να αγοράσουν καινούργια σπίτια με ευρύχωρο πάρκινγκ με πρίζες.

Τι μπορεί να γίνει; Δύο λύσεις βλέπω. Είτε να φυτέψουμε πρίζες ανάμεσα στις νεραντζιές, στα πασσαλάκια και στις διαφημιστικές πινακίδες των ελληνικών πεζοδρομίων (δύσκολο) είτε να ευχηθούμε μέχρι το 2030 να υπάρχουν στην αγορά αρκετά αξιόπιστα και φθηνά αυτοκίνητα που θα κινούνται με κυψέλες καυσίμου που χρησιμοποιούν υδρογόνο, προσφέροντας μια εναλλακτική επιλογή στα ηλεκτρικά. Υπάρχει άλλη;