ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο κρίσιμος ρόλος του Κινήματος Αλλαγής

Για πολλούς και ευνόητους λόγους δίνεται μεγάλη προσοχή και προβολή στις εσωκομματικές εξελίξεις στο Κίνημα Αλλαγής. Είναι, δε, βέβαιο ότι την πρώτη τηλεμαχία ανάμεσα στους υποψηφίους για την ηγεσία του ΚΙΝΑΛ θα παρακολουθήσουν και πολίτες που δεν το ψήφισαν στις τελευταίες εκλογές. Το περιβάλλον είναι πρόσφορο για την ενίσχυση του κόμματος, το οποίο δεν είναι απλά το τρίτο μεγαλύτερο της χώρας, και εκ των πραγμάτων ενδιαφέρει σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας, αλλά λόγω των συσχετισμών που φαίνεται να διαμορφώνονται, μπορεί να αναδειχθεί ως κόμμα εξουσίας και μεσοπρόθεσμα να εδραιωθεί ως απαραίτητος κυβερνητικός εταίρος. Το πιθανότερο σενάριο είναι ότι εάν καταφέρει μέσα από την εσωκομματική διαδικασία να παραμείνει ενωμένο και να υιοθετήσει έναν κεντρώο ισορροπημένο προσανατολισμό, θα συμμετέχει σε κυβερνήσεις, ανεξάρτητα από τους εκάστοτε νικητές των εκλογών.

Είτε η επόμενη προσφυγή στις κάλπες γίνει πρόωρα, την άνοιξη ή το φθινόπωρο του ’22, είτε ο πρωθυπουργός παραμείνει πιστός στη δέσμευσή του και εξαντλήσει την τετραετία, το πιθανότερο είναι ότι οι συσχετισμοί που θα προκύψουν θα επιβάλουν τον σχηματισμό κυβέρνησης συνασπισμού. Στις πρώτες εκλογές, που θα γίνουν με απλή αναλογική, δεν θα προκύψει κυβέρνηση. Ακόμη και αν «βγαίνουν τα κουκιά» για συνεργασία Νέας Δημοκρατίας – Κινήματος Αλλαγής, η πλειοψηφία θα είναι πολύ οριακή, ενώ ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι σκοπός του είναι η αυτοδυναμία.

Ενδεχόμενη πρόταση του δεύτερου ή τρίτου κόμματος στο πλαίσιο των διερευνητικών εντολών, για σχηματισμό κυβέρνησης και από τα τρία μεγαλύτερα κόμματα, θα γεννήσει διλήμματα και θα αλλάξει το περιβάλλον, ωστόσο, ακόμη και με κόστος, το πιθανότερο είναι πως η χώρα θα πάει σε δεύτερες εκλογές.

Αλλά σε αυτές, με τον ισχύοντα εκλογικό νόμο που ψήφισε η σημερινή κυβέρνηση, θα κερδίσει μεν η Νέα Δημοκρατία, ωστόσο το πιθανότερο είναι ότι το ποσοστό που θα λάβει (κάτω από 37,5%) δεν θα της εξασφαλίζει αυτοδυναμία, και άρα θα χρειαστεί να συνεργαστεί με άλλο κόμμα. Και εδώ ο φυσικός εταίρος είναι το ΚΙΝΑΛ.

Υπό αυτό το πρίσμα, είναι μάλλον λάθος η εμμονή σχεδόν όλων των υποψηφίων για την ηγεσία του τελευταίου, να ισχυρίζονται ότι δεν θα συνεργαστούν με κανέναν. Το αντίθετο πρέπει να πράττουν. Να διαμηνύουν προς πάσα κατεύθυνση ότι όχι μόνο είναι πρόθυμοι να συνεργαστούν, αλλά ότι αυτός είναι ο στρατηγικός τους στόχος.

Δεν θα αποτελέσουν «δεκανίκι», αλλά απαραίτητο κυβερνητικό εταίρο, πόλο σταθερότητας και παράγοντα ελέγχου. Και αυτό το μήνυμα πρέπει να εκπέμπουν με ηχηρό τρόπο. Οτι είναι έτοιμοι να συνεργαστούν με όποιον χρειαστεί για το καλό της χώρας. Είναι ένα μήνυμα σοβαρότητας ακόμη και πατριωτισμού. Αν το επικοινωνήσουν σωστά και με συνέπεια, μπορεί να αποτελέσει το ισχυρό χαρτί του Κινήματος Αλλαγής, διότι θα έρχεται σε ευθεία αντιπαράθεση με την προσπάθεια πόλωσης που θα υπάρξει από τα δύο μεγάλα κόμματα.

Ενα τμήμα της κοινής γνώμης αντιδρά σε αυτή τη στείρα αντιπαράθεση και επιθυμεί αποτελεσματικές συνεργασίες στη βάση του ρεαλισμού και της κοινής λογικής.

Ενα ανανεωμένο, με ενισχυμένο ποσοστό, κεντρώο κόμμα, θα μπορέσει να καλύψει αυτό το κενό και να το αξιοποιήσει εκλογικά προς όφελος όχι μόνο του ιδίου, αλλά και της χώρας.