ΑΠΟΨΕΙΣ

Αντιεμβολιαστές και ανεμβολίαστοι

Αντιεμβολιαστές και ανεμβολίαστοι είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Ξέραμε από πριν από την πανδημία ότι το ποσοστό των Ελλήνων που πιστεύουν ανοησίες για τα εμβόλια, δεν εμβολιάζουν τα παιδιά τους και γενικά έχουν μια “ψεκασμένη” στάση για το θέμα είναι πάρα πολύ μικρό. Το ποσοστό των ανεμβολίαστων κατά της Covid, ωστόσο, δεν είναι μικρό -είναι σχεδόν 1 στους 4 ενήλικες. Πού οφείλεται η διαφορά; Πώς έγιναν τόσοι άνθρωποι αρνητές ενός αποτελεσματικού και δωρεάν όπλου στη συλλογική μάχη κατά της πανδημίας; Πώς γίνεται άνθρωποι που σε όλη τους τη ζωή έκαναν ό,τι τους έλεγαν οι ειδικοί χωρίς να βγάζουν κιχ (εμβόλια στο στρατό, εμβόλια στα παιδιά, ό,τι φάρμακο τους πει να πάρουν ένας γιατρός που βλέπουν για πρώτη φορά) τώρα να στυλώνουν τα πόδια και να αρνούνται, επειδή κάτι διάβασαν στο Facebook; Σύμφωνα με πολλούς, πρόκειται απλά για μια ακόμα έκφραση της αντισυστημικής στάσης μέρους του πληθυσμού σε διάφορες χώρες του κόσμου. Όπως και άλλα θέματα (η μετανάστευση, το Brexit, το αποτέλεσμα των αμερικανικών εκλογών) “τα εμβόλια” έγιναν ένα εργαλείο για να εκφράσει ένας κόσμος την οργή του απέναντι στους θεσμούς, τις “ελίτ” κι έναν κόσμο που αλλάζει υπερβολικά γρήγορα. Δεν έγιναν όλοι αυτοί οι άνθρωποι ξάφνου αντιεμβολιαστές. Τα εμβόλια ήταν μόνο μία αφορμή.

To Pew Research Center χρησιμοποιεί στις έρευνές του δύο ερωτήσεις για να ξεχωρίσει τους πολίτες που, λέει, είναι πιο ευάλωτοι στο λαϊκισμό από τους υπόλοιπους. Οι ερωτήσεις είναι:

“Συμφωνείτε ή διαφωνείτε ότι οι απλοί άνθρωποι θα μπορούσαν να λύσουν τα προβλήματα της χώρας καλύτερα από τους πολιτικούς;” και

“Συμφωνείτε ή διαφωνείτε ότι οι περισσότεροι πολιτικοί δεν ενδιαφέρονται γι’ αυτά που σκέφτονται άνθρωποι όπως εγώ;”. Η επιλογή τους βασίζεται σε μια κεντρική ιδέα με την οποία (σύμφωνα με τη βιβλιογραφία) συμφωνούν οι αντισυστημικοί, ευάλωτοι στο λαϊκισμό άνθρωποι: ότι “οι ελίτ” και “ο λαός” είναι δύο διακριτά πράγματα που βρίσκονται σε διαρκή διαμάχη. Στην τελευταία έρευνα της διαΝΕΟσις για τις απόψεις και τις στάσεις των Ελλήνων για την πανδημία και τους εμβολιασμούς, την οποία έτρεξε η εταιρεία Metron Analysis τη δεύτερη εβδομάδα του Οκτωβρίου σε πανελλαδικό δείγμα, προσθέσαμε αυτές τις ερωτήσεις, για να δούμε αν μας λένε κάτι ενδιαφέρον γι’ αυτό τον εγχώριο “αντισυστημικό”, “λαϊκιστικό”, “ευάλωτο στον αυταρχισμό” (ή όπως αλλιώς θέλετε να τον αποκαλέσετε) κόσμο.

Με βάση τις απαντήσεις τους, οι ερευνητές της Metron Analysis χώρισαν τους ερωτηθέντες σε τρεις χώρους: στο χώρο “απόρριψης του πολιτικού προσωπικού”, στον οποίο ανήκουν αυτοί που συμφωνούν και με τις δύο απόψεις (αυτοί που το Pew θα κατέτασσε στους πιο ευάλωτους στο λαϊκισμό), στο χώρο “αποδοχής του πολιτικού προσωπικού”, στον οποίο ανήκουν αυτοί που διαφωνούν και με τις δύο απόψεις και στον ενδιάμεσο χώρο, όπου ανήκουν όλοι οι υπόλοιποι. Βγήκαν δύο ενδιαφέροντα συμπεράσματα.

Πρώτα απ’ όλα, ο χώρος “απόρριψης” του πολιτικού προσωπικού στην Ελλάδα αποτελεί σχεδόν 43% του συνόλου, ένα ποσοστό που μοιάζει πολύ μεγάλο, κι αυτό είναι ένα ενδιαφέρον θέμα από μόνο του. Αναλύοντας τα στοιχεία από τις άλλες χώρες όπου έχει κάνει την ίδια ερώτηση το Pew, όμως, οι αναλυτές της Metron Analysis κατέγραψαν ότι χώρες όπως η Ισπανία, η Ιταλία και η Γαλλία έχουν παρόμοια ποσοστά (45%, 43% και 40% αντίστοιχα). Αντίθετα, σε χώρες όπως η Ολλανδία, η Δανία και η Γερμανία το αντίστοιχο ποσοστό είναι 25-26% -ενώ στη Σουηδία είναι 12%.

Επίσης ενδιαφέρον, όμως, είναι το εξής: σε όλες τις χώρες της Ευρώπης όπου έχει γίνει αντίστοιχη έρευνα, το ποσοστό του “ενδιάμεσου χώρου” είναι πάνω-κάτω ίδιο: ανάμεσα στο 40 και το 50%. Σε όλες. Ένα το κρατούμενο.

Το δεύτερο συμπέρασμα ήταν αναμενόμενο: η μεγάλη διαφορά των απαντήσεων αυτών που “απορρίπτουν” το πολιτικό προσωπικό σε σχέση με αυτούς που το “αποδέχονται”. Σε κάποιες περιπτώσεις η διαφορά είναι χαώδης: 6 στους 10 από αυτούς  που απορρίπτουν το πολιτικό προσωπικό πιστεύουν ότι “τα πράγματα πάνε στη λάθος κατεύθυνση” ενώ 3 στους 4 αυτών που το αποδέχονται πιστεύουν ακριβώς το αντίθετο. Το ποσοστό αυτών που “απορρίπτουν το πολιτικό προσωπικό” που δηλώνουν ότι αισθάνθηκαν μελαγχολία, κατάθλιψη ή απελπισία τις τελευταίες εβδομάδες, ή είχαν αγχώδεις διαταραχές τον τελευταίο χρόνο (κρίσεις πανικού, άγχος) είναι τριπλάσιο από αυτών που “αποδέχονται το πολιτικό προσωπικό”. Και, βέβαια, διαφέρουν πολύ και στο θέμα του εμβολιασμού. Μόνο το 10% από αυτούς που αποδέχονται το πολιτικό προσωπικό δηλώνουν ότι δεν έχουν εμβολιαστεί. Το αντίστοιχο ποσοστό σε αυτούς που το απορρίπτουν είναι 32%.

Υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που επηρεάζουν το αν κάποιος θα αρνηθεί να εμβολιαστεί κατά της Covid. Το εκπαιδευτικό υπόβαθρο παίζει ρόλο, όπως και το αν ζει σε αστικές περιοχές ή στην επαρχία. Αλλά το αν και κατά πόσο αποδέχεται τους θεσμούς και το “σύστημα” φαίνεται πως είναι επίσης σημαντικός παράγοντας, κι ας μην είναι απόλυτη η ταύτιση (οι ανεμβολίαστοι είναι πολύ λιγότεροι από αυτό το 43%, άλλωστε). Αλλά αξίζει, τέλος, να θυμόμαστε και το άλλο: σε άλλες χώρες όπου οι αντισυστημικοί/λαϊκιστές είναι εξίσου πολλοί, ένα μείγμα πειθούς και επιβολής με διάφορες μορφές υποχρεωτικότητας φαίνεται πως έχει οδηγήσει σε υψηλότερα ποσοστά εμβολιασμών από ό,τι εδώ. Και στην Ισπανία, και στη Γαλλία και στην Ιταλία, το ποσοστό των εμβολιασμένων ενηλίκων είναι πια αισθητά πάνω από 80%.