ΑΠΟΨΕΙΣ

Είναι ντροπή

Όταν µιλάµε για πολιτική παρακμή, αναφερόμαστε στην αδυναμία μιας συλλογικότητας να υπάρξει ως πόλις: «Πόλις» ονομάστηκε ο τρόπος που χάρισαν οι «θεοί» στους ανθρώπους, προκειμένου να συνυπάρχουν με τάξη, αρμονία, κοσμιότητα. Είναι ενεργός μίμηση η πολιτική του «τρόπου της του παντός διοικήσεως», μιμείται (δηλαδή αναπαράγει) την ευταξία και την κοσμιότητα που αναδείχνουν το σύμπαν σε «κόσμον»-κόσμημα λειτουργικής αρμονίας και θελκτικής ομορφιάς.

Αυτά για τη σημαντική των λέξεων, την αρχική σημασία τους. Σήμερα, όταν μιλάμε για πολιτική παρακμή εννοούμε, απλά και μόνο, τον μετασχηματισμό της συλλογικής συνύπαρξης σε αρένα αντιμαχίας συμφερόντων, σύγκρουσης εγωισμών, αχαλίνωτης εξουσιολαγνείας. Συντηρούμε πολιτικούς θεσμούς (κόμματα, ιδεολογίες, παρατάξεις). Αλλά τα κόμματα, στην παρακμιακή μας κοινωνία, υπάρχουν μόνο προκειμένου να συντηρούν τον πρωτογονισμό του πάθους για εξουσία, δημοσιότητα, ειδωλοποίηση του εγώ.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ήταν δυο περιπτώσεις πολιτικών ηγητόρων με ταλέντο καταγοήτευσης του πλήθους και επιδείξεως πυγμής. Και οι δύο ίδρυσαν κόμματα – «Κόμμα Φιλελευθέρων» ο Βενιζέλος, την «Εθνική Ριζοσπαστική Ενωση» ο Καραμανλής. Με την ίδια και οι δυο επαρχιωτική ξιπασιά που πιθηκίζει ονομασίες αλλογενείς: Ο ένας αντέγραψε το Parti Liberal των Γάλλων, ο άλλος το Parti Radical! – θρίαμβος διγενής και μονοκατάληκτος της ίδιας μειονεξίας.

Για τετρακόσια ολόκληρα χρόνια ο Ελληνισμός είχε χάσει το αυτοδιοίκητο, αλλά όχι την ταυτότητά του. Λειτουργούσε φυσιολογικά η κοινή γλώσσα, η διάκριση λόγιου και δημώδους ιδιώματος, όπως και οι ιδιομορφίες κάθε ντοπιολαλιάς, με αυτονόητα δεδομένη την κοινωνική συνοχή εδραιωμένη στην ιστορική αυτοσυνειδησία και στην έμπρακτη εκκλησιαστική παράδοση (ήθος και έθος). Με τον Ελευθέριο Βενιζέλο και τον Κωνσταντίνο Καραμανλή τα δεδομένα ανατρέπονται και αλλάζουν.

Το ηγετικό χάρισμα δεν μεταβιβάζεται κληρονομικά.

Παγιώνεται και θεσμοποιείται μια καινούργια εκδοχή του Ελληνισμού, αυτή του εθνικού κρατιδίου, κρεουργημένου μεθοδικά κατά τις ορέξεις των «προστάτιδων δυνάμεων» που χειρίζονται τις τύχες του. Τη μοιραία απόφανση «ανήκομεν εις την Δύσιν» την εξέφρασε μεν ο Καραμανλής, αλλά την είχε πρώτος πειθήνια ενσαρκώσει ο Βενιζέλος. Πίστευαν και οι δυο ότι με τον ολοκληρωτικό και συνεπή (μιμητικό) «εκσυγχρονισμό» του ο Ελληνισμός (τον πιθηκισμό θεσμών, οργανωτικών σχημάτων και ιδεολογιών) θα πετύχαινε τον στόχο, που ο Καραμανλής λαϊκότροπα εξέφραζε με την πομφολυγώδη ρήση του: «Να γίνουμε Ευρωπαίοι, για να γίνουμε επιτέλους άνθρωποι»!

Το αναπάντητο ερώτημα είναι, πώς και γιατί οι δύο αυτοί, με ηγετικό χάρισμα πολιτικοί, έμειναν στεγανά αδιάφοροι και αποκομμένοι από τις αναζητήσεις, προτάσεις, διερευνήσεις, προοπτικές και προθέσεις που είχαν αρχίσει να ξεμυτίζουν ή και να ανθούν γύρω τους – άσχετοι με την ιδιοπρόσωπη και επίκαιρη πρόταση που διασώζει ο Ελληνισμός σε κριτική αναμέτρηση με τις αντιφάσεις και τα αδιέξοδα της δυτικο-ευρωπαϊκής νεωτερικότητας. Είχε άραγε διαβάσει ποτέ ο Βενιζέλος έστω και δείγμα γραφής του Παπαδιαμάντη ή του Μανουήλ Γεδεών ή του Κωνσταντίνου Καραβίδα ή του Περικλή Γιαννόπουλου ή του προσωπικού του αντιπάλου Ιωνα Δραγούμη; Ανάλογα ερωτήματα γεννιώνται και για την περίπτωση Καραμανλή, του τιτλοφορούμενου «εθνάρχη»: Χρησιμοποίησε τον Πικιώνη για να διαμορφωθεί ο «ιερός» χώρος Ακρόπολης-Φιλοπάππου, γνώριζε και αναστρεφόταν τον Μάνο Χατζιδάκι, εμπιστευόταν τον Κωνσταντίνο Δοξιάδη, δεν πρέπει να του ήταν άγνωστα ονόματα ο Τσαρούχης, ο Κόντογλου, ο Σεφέρης, ο Ελύτης.

Ισως η απειλή της ετικέτας του «εθνικιστή», επομένως και της «ρετσινιάς» του υπερπατριώτη και ακροδεξιού, να εμποδίζουν ακόμα και καλλιεργημένες προσωπικότητες της πολιτικής εξουσίας, στα νεώτερα χρόνια, να προβληματιστούν για το εμπειρικό αντίκρισμα λέξεων, όπως: πατρίδα, συνέχεια διαχρονική του Ελληνισμού, πολιτισμική αυτοσυνειδησία και συλλογική της διάρκεια – ή όποια ανάλογα.

Είναι αρκούντως φανερό ότι πολιτικά κόμματα με προτάσεις – πεποιθήσεις θεσμικής σταθερότητας δεν υπάρχουν στην Ελλάδα. Στο ελλαδικό πολιτικό παλκοσένικο εμφανίζεται κατά καιρούς κάποιος προσοντούχος άγνωστος, που κατορθώνει να διακριθεί, άσχετα με το κόμμα στο οποίο συγκυριακά βρέθηκε. Ο προσοντούχος λάμπει (σωστότερα: γυαλίζει) ανάμεσα στις θλιβερές μετριότητες των λιγούρηδων της εξουσίας, οπότε, ταχύτατα, ιδρύει κόμμα. Στο κόμμα τον διαδέχονται, ipso jure, τα παιδιά του και τα εγγόνια του, έως και τρίτης συνήθως γενεάς. Στην τρίτη ή τέταρτη γενεά γίνεται επιτέλους φανερό ότι το ηγετικό χάρισμα δεν μεταβιβάζεται νομοτελειακά.

Τιμήσαμε κάποτε, σχεδόν υστερικά, τον «Γέρο της δημοκρατίας». Παραληρούσε αργότερα η ξιπασμένη μάζα αποθεώνοντας τον αδίστακτο δημοκόπο υιό. Δώσαμε πρωθυπουργία στον έγγονο, για να τον δούμε, στη βαρκούλα του Καστελλόριζου, να μας ατιμάζει, έναν ολόκληρο λαό, σε ένα απίθανο ρεσιτάλ υποτέλειας. Επιτέλους, φτάνει πια με τους Παπανδρέου. Είναι ντροπή.