ΑΠΟΨΕΙΣ

Αποστρατείες στο πανεπιστήμιο: Μια πρόταση

Μια κοινωνία που γηράσκει έχει ανάγκη για περισσότερη εργασία μεγαλύτερων ατόμων. Το πανεπιστήμιο θα έπρεπε να είναι υπόδειγμα: Ενώ ο χρόνος καταπονεί το σώμα, αυτό που παλαιότερα λεγόταν «σοφία» συσσωρεύεται.

Παρά ταύτα, ανώτατα όρια εργασίας, δηλαδή υποχρεωτική αποχώρηση, συναντώνται σε δύο επαγγέλματα: σε πιλότους και σε πανεπιστημιακούς. Το πρώτο εξηγείται ως προστασία των επιβατών· στους πανεπιστημιακούς είναι άγνωστο ποιοι προστατεύονται.

Αν πιστεύουμε ότι η κοινωνία οφείλει να αξιοποιεί τους ανθρώπους της, τότε πρέπει να αναρωτηθούμε γιατί χώρες όπως η Φινλανδία, η Γερμανία και η Ελλάδα επιμένουν να αποπέμπουν τους δασκάλους μόλις αυτοί πιάσουν τα 67 ή αργότερα. Το ερώτημα είναι επίκαιρο όταν ρυθμίζονται θέματα πανεπιστημίων.

Στην Ελλάδα το θέμα ρυθμίζει το ίδιο το Σύνταγμα (άρθρο 16): «Νόμος ορίζει το όριο ηλικίας των καθηγητών των ΑΕΙ· έως ότου εκδοθεί ο νόμος αυτός, οι καθηγητές που υπηρετούν αποχωρούν αυτοδικαίως μόλις λήξει το ακαδημαϊκό έτος μέσα στο οποίο συμπληρώνουν το 67ο έτος της ηλικίας τους».

Για να προλάβουμε καγχασμούς, το 1975 δεν υφίστατο ηλικία συνταξιοδότησης στο Δημόσιο (που μοίραζε συντάξεις γήρατος σε 30άρηδες), ενώ η ηλικία αποχώρησης στο ΙΚΑ ήταν πολύ μικρότερη των 60. Αρα, 67 ως ανώτατη ηλικία φάνταζε τότε εξωπραγματικά υψηλή. Εξάλλου, η διατύπωση του Συντάγματος καθιστά σαφές ότι για να αλλάξει απαιτείται απλή τροπολογία.

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι για ποιο λόγο το Σύνταγμα παρεμβαίνει, αλλά για ποιο λόγο η συνταγματική προτροπή νομοθέτησης αγνοήθηκε για 50 χρόνια. Από τότε, επεκτάθηκε το προσδόκιμο ζωής κατά 15 έτη, ενώ μετά το 2010 τα ελάχιστα γενικά όρια συνταξιοδότησης βρίσκονται σε απόσταση αναπνοής.

Για να ακριβολογούμε, η απαγόρευση αφορά μόνο εργασία μέσα στα πανεπιστήμια. Σε επιστημονικά αντικείμενα με τη δυνατότητα δραστηριοποίησης εκτός ακαδημαϊκού χώρου –γιατροί, δικηγόροι, μηχανικοί– η απαγόρευση απλώς μετατοπίζει την επαγγελματική δράση στην ελεύθερη αγορά. Η αυξημένη επιρροή αυτών των ειδικοτήτων στα ακαδημαϊκά όργανα ίσως εξηγεί την παράκαμψη του ζητήματος στις περίπου ενιαύσιες πανεπιστημιακές μεταρρυθμίσεις.

Η απαγόρευση, αντιθέτως, ισοδυναμεί με καταδίκη για τη βασική έρευνα και για τη διδασκαλία. Πριν από κάποια χρόνια, η επιθυμία Ελβετών επιστημόνων να συνεχίσουν την έρευνά τους τούς υποχρέωσε να μετακομίσουν τα εργαστήριά τους στην Καλιφόρνια, όπου η εργασία στα πανεπιστήμια είναι ανεμπόδιστη από το 1994 – ένα «γκρίζο brain drain».

Αν εξετάσουμε την Ελλάδα σε σχέση με τη διεθνή πρακτική, αυτό που εντυπωσιάζει δεν είναι η ύπαρξη απαγόρευσης, όσο η ακαμψία στην εφαρμογή της. Πολλές χώρες εφαρμόζουν ανώτατο όριο στα πανεπιστήμια: όμως αυτό κατά κανόνα είναι υψηλότερο από το ελληνικό (Ιταλία, Ισραήλ, Νιγηρία, 70), ενώ υπερβαίνει πολύ το γενικό ελάχιστο. Προβλέπονται, επίσης, ατομικές εξαιρέσεις – αν π.χ. τίθεται σε κίνδυνο πρόγραμμα έρευνας. Οι εξαιρέσεις αυτές χορηγούνται με σχετική ευκολία τα πρώτα χρόνια μετά την απαγόρευση.

Η ηλικία των 67 είναι αναχρονιστική. Μια απλή αύξηση του ορίου στα 70 θα έφερνε τα ελληνικά πανεπιστήμια κοντά στη διεθνή πρακτική.

Στην Αγγλία, ο Νόμος Ισότητας 2010 επιτρέπει ανώτατο όριο μόνο όταν τεκμηριώνεται ότι αυτό προάγει «αντικειμενικό σκοπό». Ομως, η Οξφόρδη, μόνη στην Αγγλία, επιμένει σε όριο στα 68 (με εξαιρέσεις έως 70). Το δικαστήριο ανέλυσε την ύπαρξη δύο αντικρουόμενων εννοιών δικαιοσύνης: από τη μια, η καταπάτηση δικαιωμάτων μεγαλύτερων που εκδιώκονταν με μόνο κριτήριο την ηλικία χωρίς συνυπολογισμό ατομικών συνθηκών· από την άλλη, η ανάγκη για ανανέωση. Ειδικά στην Οξφόρδη, η απαγόρευση προάγει το φλέγον εκεί θέμα της γεωγραφικής, εθνοτικής και έμφυλης ποικιλομορφίας – αφού επιτρέπει την είσοδο σε υποεκπροσωπούμενες ομάδες.

Το θέμα της ανανέωσης είναι το ισχυρότερο επιχείρημα για ύπαρξη των ορίων. Αυτό όμως προϋποθέτει: α) πραγματική διάθεση ανοίγματος και β) ισχυρή ζήτηση για ένταξη στα πανεπιστήμια. Στις σημερινές συνθήκες, η επιθυμία εργασίας στο πανεπιστήμιο είναι έντονη εκεί όπου συνδυάζεται με ιδιωτική σταδιοδρομία. Σε πολλά άλλα αντικείμενα, όμως, ο ανταγωνισμός από τον ιδιωτικό τομέα δυσχεραίνει πολύ την ανανέωση. Σήμερα πολλά τμήματα δυσκολεύονται να στελεχώσουν θέσεις, ακόμη και αν έχουν μεσολαβήσει χρόνια «παγώματος» εκλογών.

Ο νέος νόμος για τα ΑΕΙ θα μπορούσε να παρέμβει με τρεις τρόπους:

Πρώτον, το γενικό όριο: Η ηλικία των 67 είναι αναχρονιστική. Μια απλή αύξηση αυτού στα 70 (πιθανώς σταδιακά) θα έφερνε τα ελληνικά πανεπιστήμια κοντά στη διεθνή πρακτική.

Δεύτερον, ατομικές εξαιρέσεις: Θα έπρεπε να υπάρχει η δυνατότητα προέκτασης του ορίου σε ατομική βάση κατά 3-4 χρόνια προκειμένου να μη διαταραχθεί η έρευνα.

Τρίτον, ευελιξία: Θα έπρεπε να επεκταθεί η δυνατότητα αξιοποίησης πανεπιστημιακών που έχουν υπερβεί το ηλικιακό όριο – μια μορφή «ευέλικτης συνταξιοδότησης». Ενώ το σημερινό πλαίσιο επιτρέπει μόνο τη μεταπτυχιακή διδασκαλία, θα έπρεπε ο νόμος να ενθαρρύνει τη διδασκαλία στα πρώτα χρόνια – εκεί όπου η συσσωρευμένη «σοφία» οφείλει να μεταδοθεί στις νέες γενιές.

Το 1975 το Σύνταγμα επέτρεψε ουσιαστική ανανέωση στα πανεπιστήμια. Το 2022 ο κοινός νομοθέτης έχει την ευκαιρία να δώσει το παράδειγμα για το τι οφείλει να γίνει σε μια γηράσκουσα κοινωνία.

* Ο κ. Πλάτων Τήνιος είναι οικονομολόγος, αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς.