«Αγαμέμνων» σε κινούμενο δίσκο

«Αγαμέμνων» σε κινούμενο δίσκο

2' 57" χρόνος ανάγνωσης

Tο μηχανοκίνητο, περιστρεφόμενο παλάτι των Ατρειδών, κατασκευασμένο από ξύλο και μέταλλο, δηλώνει ένα ιδιότυπο ρολόι που γυρίζει ασταμάτητα. Υπενθύμιση του χρόνου και της μοίρας, όπως δήλωσε ο Γερμανός σκηνοθέτης Ούλριχ Ράσε. Ο «Αγαμέμνων» του Αισχύλου που παρουσίασε στην Επίδαυρο την προηγούμενη εβδομάδα ήταν η «χορική απεικόνιση της ανθρωπότητας». Η διατύπωση του Αντρέας Μπεκ, καλλιτεχνικού διευθυντή του Residenztheater, θα μπορούσε να είναι η πιο πλήρης και μεστή αποτύπωση της παράστασης που παρακολουθήσαμε. Λίγος ο κόσμος στο αρχαίο θέατρο, μακάρι να ήταν περισσότερος. Οχι μόνο γιατί αποτελούσε παγκόσμια πρεμιέρα, που εξασφάλισε το Φεστιβάλ Αθηνών-Επιδαύρου, αλλά γιατί άξιζε τον κόπο το «ταξίδι» (με όλες τις σημασίες του).

Επί δύο ώρες, εννέα ηθοποιοί (κατά περίσταση 10) πορεύονταν ασταμάτητα, στον κινούμενο δίσκο, με προσπάθεια και κόπο εμφανή, άλλοτε στη φορά και άλλοτε αντίθετα με τη φορά των δεικτών του ρολογιού, αποδίδοντας το κείμενο του Αισχύλου (διασκευασμένο). Στο κέντρο της ορχήστρας, σε ένα ορθογώνιο πατάρι, τέσσερις μουσικοί εκτελούσαν την ιδιοφυή σύνθεση του Νίκο βαν Βερς. Χρησιμοποιώντας ένα λογισμικό οργάνων που προσάρμοζε τη μουσική του στο τέμπο της εκφοράς του στίχου από τους ηθοποιούς. Αυτή η χορογραφημένη παρτιτούρα του «Αγαμέμνονα» ηλέκτριζε, με την ένταση, τον ρυθμό, τη σύνθετη και ταυτόχρονα πρωτογενή γλώσσα που χρησιμοποιούσε.

Μπορεί ο βραβευμένος 53χρονος Ούλριχ Ράσε να έχει αναπτύξει έναν προσωπικό σκηνοθετικό κώδικα, βασισμένο στην τεχνολογία, όμως ο Χορός του ήταν εκείνος που εξελισσόταν, μπροστά στα μάτια μας, στο σημείο συνάντησης του αρχαίου θεάτρου με τη σύγχρονη αισθητική αντίληψη, χωρίς να προδίδει το έργο. Το αντίθετο. Η αέναη, κυκλική, κίνηση συντονιζόταν με τον κύκλο εκδίκησης και αντεκδίκησης, την αδιέξοδη κατάρα του οίκου των Ατρειδών, την περιδίνηση μέσα στην κατάρα της βίας, στη σπείρα του μίσους. «Παρότι σήμερα δεν πιστεύουμε στους θεούς και στις κατάρες τους, εξακολουθούμε να ερχόμαστε αντιμέτωποι με τον αδιάλειπτο κύκλο της βίας και των ατέρμονων πολέμων», σημειώνει ο σκηνοθέτης στο πρόγραμμα και αναρωτιέται: «Μπορεί, άραγε, η “Ορέστεια” του Αισχύλου να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε τους ορατούς και, συνάμα, αόρατους μηχανισμούς της εξουσίας; Και μπορούμε να μάθουμε κάτι απ’ όλο αυτό, για να σταματήσουμε τις σφαγές;».

Το ατέλειωτο «ανθρωποσφαγείο» μοιάζει να είναι η μοίρα των ανθρώπων.

Αμήχανο το ερώτημα. Και η απάντηση είναι, μάλλον προκλητικά, αρνητική. Γιατί «η τρέλα έχει θρονιαστεί στο παλάτι και δεν λέει να πάρει δρόμο», γιατί το ατέλειωτο «ανθρωποσφαγείο» μοιάζει να είναι η μοίρα των ανθρώπων. Αλλά μάλλον το γνωρίζουμε, γι’ αυτό και εξακολουθούμε να παρακολουθούμε αρχαίες τραγωδίες με αμείωτο ενδιαφέρον, γι’ αυτό οι σκηνοθέτες δεν σταματούν να επιστρέφουν σε κείμενα όπως του Αισχύλου που «υπενθυμίζουν» τα κίνητρα αλλά δεν αποφασίζουν για την έκβαση της εκάστοτε πραγματικότητας. Γι’ αυτό και η μόνη «επικαιροποίηση» των έργων των αρχαίων τραγικών είναι η επανάληψή τους. Το ξανα-κοίταγμα, το ξανα-βύθισμα στο «μίσος», στις «στάχτες» στον «πόλεμο», στην «εκδίκηση». «Τώρα έρχεται ο φόβος», λέει ο Αισχύλος και ποιος δεν τον αισθάνεται να του τρώει τα σωθικά.

Ο Αγαμέμνονας επιστρέφει πράγματι θριαμβευτής; Η σύγκρουση μεταξύ Αγαμέμνονα και Κλυταιμνήστρας είναι μια φιλονικία μεταξύ συζύγων; «Συνιστά συγχρόνως και μια πολιτική διαμάχη για το κοινωνικό σύστημα που θα επικρατήσει: μια απάντηση της μητριαρχίας στην πατριαρχία», σχολιάζει ο δραματουργός Μίχαελ Μπίλενκαμπ. Στην παράσταση του Ράσε η Κλυταιμνήστρα είναι ηγετική φυσιογνωμία (οφείλουμε ειδική αναφορά στην Πία Χάντλερ που την υποδύεται). Στο τέλος εμφανίζεται γυμνή, με τη σάρκα να αντανακλά το λευκό του «πάγου» των προβολέων, να κινείται κυκλικά, επίπονα, σέρνοντας ένα μαύρο ύφασμα με τα δυο, γυμνά πτώματα, του Αγαμέμνονα και της Κασσάνδρας. Εχει κάτι αποκαλυπτικό, γήινο και ταυτόχρονα εξωπραγματικό, η σκηνή.

«Μακάριος είναι όποιος ζει γαλήνιος μέχρι να πεθάνει». Είναι δημοφιλής ο στίχος. Ακούγεται στη διάρκεια της παράστασης. Μια «μακαριότητα», που μοιάζει ανέφικτη, τόσο στο θέατρο όσο και στη ζωή.

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή
MHT