ΑΠΟΨΕΙΣ

Τα παιδιά των ιδρυμάτων

Στα τέλη της δεκαετίας του 1990 τα παιδιά που επαιτούσαν στα φανάρια, Ρομά και αλβανικής καταγωγής τα περισσότερα, υπολογίζονταν σε 3.000 μόνο στην Αθήνα. Με πρωτοβουλία τότε των υπουργείων Δημόσιας Τάξης και Υγείας και Πρόνοιας εκατοντάδες από αυτά εντάχθηκαν σε πρόγραμμα προστασίας ανηλίκων και οδηγήθηκαν σε δομές βραχύβιας φιλοξενίας, τα περισσότερα στο ίδρυμα «Αγία Βαρβάρα» που μέχρι τότε λειτουργούσε ως ξενώνας κοριτσιών στην εφηβεία.

Γρήγορα, όμως, αποκαλύφθηκαν οι αδυναμίες αυτής της κίνησης. Την πρώτη κιόλας ημέρα, από τα 34 παιδιά που οδηγήθηκαν στο ίδρυμα τα 17 διέφυγαν. Αυτό το μοτίβο επαναλήφθηκε τα επόμενα χρόνια. Συνολικά, την περίοδο 1998-2002 περισσότερα από 400 παιδιά των φαναριών εξαφανίστηκαν από το ίδρυμα. Κανείς δεν γνωρίζει μέχρι και σήμερα την τύχη των περισσότερων εξ αυτών, εάν απήχθησαν από τους διακινητές τους, εάν επέστρεψαν στην επαιτεία ή βρέθηκαν πίσω στα σπίτια τους.

Πόρισμα του Συνηγόρου του Πολίτη είχε εντοπίσει το πρόβλημα στην υποστελέχωση και την πλημμελή φύλαξη του ιδρύματος. Αν και τα περισσότερα παιδιά ήταν αλβανικής καταγωγής, διερμηνέας δεν υπήρχε στην «Αγία Βαρβάρα». Τα εργαστήρια ραπτικής που λειτουργούσαν παλαιότερα για τα φιλοξενούμενα κορίτσια του ιδρύματος είχαν καταργηθεί και οι δασκάλες τους εργάζονταν πλέον ως επιμελήτριες χωρίς να έχουν τις απαραίτητες γνώσεις. Ολα φαίνεται πως είχαν γίνει βιαστικά, χωρίς επαρκή σχεδιασμό. Συχνά, το προσωπικό του ιδρύματος δεν μπορούσε να διαχειριστεί αυτόν τον πληθυσμό, δεν είχε την κατάρτιση για να προσεγγίσει αυτά τα παιδιά. Σε μία από τις πιο επεισοδιακές νύχτες στο ίδρυμα η επιμελήτρια της βραδινής βάρδιας είχε καλέσει την αστυνομία. «Μου είπαν πως με κατανοούν, αλλά δεν μπορούν να κάνουν τίποτα. Εχουν παιδιά στα κρατητήρια και οι υπεύθυνοι λείπουν. Μου είπε ο αστυνόμος ότι ξέρουν καλά τι παιδιά μας έχουν στείλει…» έγραψε η ίδια στο ημερολόγιο των επιμελητριών.

Η ιστορία των παιδιών των φαναριών αποδεικνύει ότι στο ζήτημα της παιδικής προστασίας δεν αρκούν οι καλές προθέσεις. Το πρόγραμμα τερματίστηκε το 2002, μεσολάβησαν από τότε δύο δεκαετίες, αλλά τα όποια διδάγματα από αυτή την υπόθεση μοιάζει να χάθηκαν στη λήθη του χρόνου. Η παροχή στέγης και τροφής σε ευάλωτες ομάδες ανηλίκων μπορεί να αποτελεί σημαντική και απαραίτητη προσφορά, αλλά δεν λύνει από μόνη της το πρόβλημα. Δομές, ιδιωτικές ή δημόσιες, οι οποίες μπορεί να λειτουργούν χωρίς επαρκή στελέχωση ή αξιολόγηση και να βασίζονται σε ανειδίκευτο ή ακατάλληλο προσωπικό δεν βοηθούν πραγματικά αυτά τα παιδιά, ακόμη κι αν υπόσχονται ότι θα τα διασώσουν από τις φουρτούνες.