Σύστημα του ενάμισι κόμματος;

Σύστημα του ενάμισι κόμματος;

3' 19" χρόνος ανάγνωσης

Η απλή αναλογική απέτυχε και μαζί της αποχαιρετήσαμε τη δυνατότητα σχηματισμού κυβερνήσεων συνεργασίας που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν «παιδαγωγικά» για να τραφεί μια πολιτική κουλτούρα μεσότητας μακριά από ψευδο-συναινετικούς τακτικισμούς. Η αποτυχία ήταν προδιαγεγραμμένη καθώς όλη την προηγούμενη περίοδο, αντί να συμπεριφέρονται με «συγκλιτικό» τρόπο, τα κόμματα ακολούθησαν πορείες απόκλισης, προ-ακυρώνοντας την ανεύρεση κοινών τόπων. Σε αυτό συνέτειναν και αρνητικές συγκυρίες (πανδημία, παρακολουθήσεις, Τέμπη, κ.ά.). Για το αποτέλεσμα της 21ης Μαΐου συνέβαλαν παράγοντες όπως: η διατήρηση του αντι-ΣΥΡΙΖΑ ρεύματος και η ταυτόχρονη αδυναμία του ίδιου του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. να αναβιώσει το πάλαι ποτέ αντιδεξιό σύνδρομο, η προεκλογική κακοφωνία του, ο οικονομικός λαϊκισμός της κυβέρνησης, η σημειούμενη πρόοδος στην ψηφιοποίηση της διοίκησης, το αποτελεσματικότερο πολιτικό μάρκετινγκ της Ν.Δ.

Στον βαθμό που οι μετρήσεις προβλέπουν το αποτέλεσμα της 25ης Ιουνίου είναι σαν να συντελείται ενώπιόν μας μια παραδοξότητα: ενώ θα ανέμενε κάποιος/α πως με απλή αναλογική θα υπήρχε μεγαλύτερος αριθμός κομμάτων κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης, αυτό εκτιμάται ότι θα συμβεί με το εκλογικό σύστημα της ενισχυμένης. Το παράδοξο αυτό –στο μέτρο που επιβεβαιωθεί– θα οδηγήσει στην καθιέρωση ενός κομματικού τοπίου του ενάμισι κόμματος, όπου το πρώτο κόμμα θα έχει περίπου διπλάσια δύναμη από το δεύτερο και συνεπώς θα πολιτεύεται χωρίς ουσιαστικό ανταγωνισμό, δεδομένης της πολυαρχικής συγκρότησης του αριστερού και του ακροδεξιού κομματικού φάσματος.

Κινούμαστε άραγε σταθερά προς έναν φυγόκεντρο πολυκομματισμό με υπερκυρίαρχο (κεντροδεξιό) κόμμα, μέσω του οποίου αποκαθίσταται η διαταραχθείσα εκπροσώπηση των μεσαίων και λαϊκών στρωμάτων μετά το τέλος του δικομματισμού; Μήπως όμως είναι νωρίς να αποφανθούμε; Ναι μεν έχουν ανατραπεί πολλοί όροι του «μεταπολιτευτικού κοινωνικού συμβολαίου» (με τη φοροδιαφυγή να αποτελεί ωστόσο «σταθερή αξία»), πλην όμως η παγίωση των κομματικών συστημάτων είναι μια σύνθετη διαδικασία στην οποία συρρέουν διαφορετικοί παράγοντες ιστορικού βάθους, όπως π.χ. το εκλογικό σύστημα, το μέγεθος των εκλογικών περιφερειών, οι πολιτικο-οικονομικές διαιρετικές τομές και οι πολιτικές παραδόσεις. Ενδέχεται ό,τι συντελείται μπροστά μας να είναι ένα επιφαινόμενο της πολιτικής σκηνής και όχι απαρχή μιας μονιμότερης συνθήκης. Κι αυτό γιατί οι συχνές αλλαγές του εκλογικού συστήματος –συνδυαστικά με τη ρευστότητα, αν όχι χάλαση, των πολιτικών προσανατολισμών και των κομματικών ταυτίσεων, από τη μια, και των επάλληλων κρίσεων (permacrisis), από την άλλη– εμποδίζουν τη μακροπρόθεσμη παγίωση νέων συσχετισμών.

Φαίνεται πως για ικανό χρονικό διάστημα η Ν.Δ. του κ. Μητσοτάκη συσπειρώνει διαφορετικές ομάδες ψηφοφόρων, συναρθρώνοντας ετερόκλιτα ιδεολογικά προτάγματα.

Παρά ταύτα φαίνεται πως για ικανό χρονικό διάστημα η Ν.Δ. του κ. Μητσοτάκη συσπειρώνει διαφορετικές ομάδες ψηφοφόρων, συναρθρώνοντας ετερόκλιτα ιδεολογικά προτάγματα. Εάν μάλιστα επιβεβαιωθούν οι εκτιμήσεις για τα εκλογικά ποσοστά και τον αριθμό των κομμάτων της νέας Βουλής, μάλλον η Ν.Δ. θα λειτουργήσει όντως ως «υπερκυρίαρχο κόμμα». Αν αυτή η προοπτική χαροποιεί τα στελέχη και τους πιστούς ψηφοφόρους της, γεννάει εύλογα ερωτήματα για την ποιότητα της δημοκρατίας πέρα από τις όποιες καλές προθέσεις της ηγεσίας της. Τούτο οφείλεται σε δύο βασικούς λόγους: α) προ πολλού τα κόμματα εξουσίας έχουν μετατραπεί σε «κόμματα του κράτους», εξαρτώνται δηλαδή ολοένα και περισσότερο από το καπιταλιστικό κράτος, που με τη σειρά του διαμεσολαβεί ισχυρά οικονομικά συμφέροντα. Η κρατικοποίηση-καρτελοποίηση των κομμάτων, στο πλαίσιο της διεθνούς χρηματοπιστωτικής οικονομίας και του εγχώριου ευνοιοκρατικού μικροκαπιταλισμού, μπορεί μέσω παρεμβάσεων –όπως η πρόσφατη «πανδημία επιδοματούχων»– να εξασφαλίζει κάποιες συναινέσεις, τελικά όμως γεννάει κυνισμό. β) Με κατακερματισμένα κοινωνικά συμφέροντα, ελλιπή θεσμικά αντίβαρα, έντονο «πολιτικό παραλληλισμό» των μέσων ενημέρωσης και αβαθή παράδοση πολιτικού φιλελευθερισμού, η παρουσία ενός «υπερκυρίαρχου» κόμματος θα προκαλέσει απρόβλεπτες συνέπειες προς την κατεύθυνση ενός «αυταρχικού κρατισμού» (Πουλαντζάς). Σε κάθε περίπτωση, θα προσθέσει κόπωση στη δημοκρατία μας.

Υπερβολές; Ισως, αλλά βάσιμες, αφού τάσεις απο-δημοκρατικοποίησης (Tilly) και αυταρχίας καταγράφονται προσφάτως και για την Ελλάδα από έγκυρα διεθνή ερευνητικά κέντρα, όπως είναι το ινστιτούτο V-Dem (https://www.v-dem.net/documents/29/V-dem_democracyreport2023_lowres.pdf) και ο οργανισμός Freedom House (https://freedomhouse.org/country/greece). Κι αυτό όταν το εξωτερικό χρέος έφτασε τα 400 δισ., οι δε κοινωνικές ανισότητες μεγαλώνουν και μέσω της αφορολόγητης κληρονομικής μεταβίβασης πλούτου έως 800.000 από κάθε γονέα. Αυτά είναι σκληρά γεγονότα που δύσκολα ωραιοποιούνται, είναι δυνάμει ανατρεπτικά των πρόσκαιρων συσχετισμών, ροκανίζουν την κοινωνική συνοχή και δοκιμάζουν τις καλές προθέσεις των ιθυνόντων, οι οποίοι ωστόσο καλούνται να τα αντιμετωπίσουν υπεύθυνα.

Ο κ. Νίκος Δεμερτζής είναι καθηγητής Πολιτικής Κοινωνιολογίας και Επικοινωνίας στο ΕΚΠΑ.

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή
MHT