Τι σας κάνουν να μισείτε σήμερα;

Τι σας κάνουν να μισείτε σήμερα;

4' 59" χρόνος ανάγνωσης
Ακούστε το άρθρο

Στις 4 Φεβρουαρίου του 2004, είκοσι χρόνια και έξι ημέρες πριν, δύο φοιτητές του πανεπιστημίου Χάρβαρντ ανέβασαν ένα καινούργιο σάιτ στο ίντερνετ με τ’ όνομα thefacebook.com. Ποιος φανταζόταν αυτό που θα ακολουθούσε; Όχι αυτοί οι πιτσιρικάδες, σχεδόν σίγουρα. Και οπωσδήποτε όχι οι αθώοι κι ανέμελοι πολίτες του κόσμου, που σιγά σιγά άρχισαν να γράφονται μέλη στο Facebook και τα επόμενα δωρεάν “μέσα κοινωνικής δικτύωσης” που ακολούθησαν, ανεβάζοντας τις φωτογραφίες, τις εμπειρίες και τις σκέψεις τους για να τις βλέπουν όλοι. Η τεχνολογία θα μας έφερνε πιο κοντά, νομίζαμε τότε, μέσα από τις οθόνες των υπολογιστών μας και, αργότερα, στα κινητά που βάλαμε όλες και όλοι στις τσέπες μας. Ξαφνικά όλοι οι άνθρωποι του κόσμου ήταν ένα friend request μακριά, και το απόσταγμα των σκέψεων και των εμπειριών του παγκόσμιου χωριού ήταν προσβάσιμο από σχεδόν τους πάντες. Θεωρητικά.

Γιατί στην πράξη αρκετά γρήγορα έγινε προφανές ότι η χρήση αυτών των δωρεάν εργαλείων δεν ήταν ακριβώς “δωρεάν”. Εμείς δίναμε στοιχεία, δεδομένα, εικόνες, φωτογραφίες, αγορές, προτιμήσεις, ημερομηνίες και σχέσεις, κι αυτά τα χρησιμοποιούσαν για να μας δείχνουν όσο πιο αποτελεσματικές, “στοχευμένες” διαφημίσεις γινόταν για να μας πουλάνε όσο το δυνατό περισσότερα πράγματα. Δεν ήμασταν οι χρήστες της δωρεάν υπηρεσίας. Ήμασταν το προϊόν. Και μετά έγινε και κάτι άλλο οδυνηρά σαφές. Τα εργαλεία αυτά δεν ήταν πια απλές “πλατφόρμες”. Δεν τους αρκούσε να μπαίνουμε πότε-πότε για να κάνουμε “λάικ” τις φωτογραφίες των “φίλων” μας. Δεν κοιτούσαμε αρκετές διαφημίσεις για τα γούστα των μετόχων τους έτσι. Οπότε από κάποιο σημείο και μετά έπαψαν να μας δείχνουν τις φωτογραφίες των “φίλων” ή τις απόψεις όσων κάνουμε “φόλοου”. Οι αλγόριθμοι άρχισαν να μετράνε πού πέφτει το μάτι μας για περισσότερη ώρα, πότε διακόπτεται το σκρολάρισμα έστω και για λίγο, πού πατάμε και τι προτιμάμε και, σιγά σιγά, μας μάθαιναν. Μας γνώριζαν. Όχι μόνο το πότε σχεδιάζουμε να πάμε ταξίδι ή πότε η σύντροφός μας είναι έγκυος για να μας δείξουν τις κατάλληλες διαφημίσεις, πια, αλλά και τι μας κάνει να αισθανόμαστε εντονότερα συναισθήματα, τι μας ερεθίζει τα μυαλά. Τι μας θυμώνει. Γι’ αυτές τις εταιρείες που διαχειρίζονται αυτές τις πλατφόρμες, που έχουν μείνει λιγοστές, γιγάντιες κι ακλόνητες, δεν ήμασταν πια ούτε απλά ένα προϊόν. Είμαστε θύματα.

Σήμερα ο δημόσιος διάλογος στα σόσιαλ μίντια είναι μια μηχανή παραγωγής οργής. Ξυπνάτε και το βλέμμα σας πηγαίνει κατευθείαν στις οθόνες και οι οθόνες επιτελούν ένα στόχο μόνο πια: να σας κάνουν να θυμώσετε. Οι αλγόριθμοι σας ξέρουν απέξω κι ανακατωτά, ξέρουν τα κουμπιά σας, πώς πατιούνται, γνωρίζουν τι σκέφτεστε και τι πιστεύετε ήδη, και σας σερβίρουν ακριβώς αυτό που θα σας κάνει τώρα αμέσως τούρμπο, έξαλλη ή έξαλλο, φρενήρη, εκτός εαυτού. Για να μείνετε κι άλλο μέσα, για να διαβάσετε τα σχόλια από κάτω, για να πατήσετε λάικ, για να γράψετε τα δικά σας, για να είστε έξω φρενών ήδη πριν καν πιείτε τον πρώτο καφέ της ημέρας.

Κι αυτό, βέβαια, το ξέρουν και το εκμεταλλεύονται όσοι άλλοι, εκτός από τις πλατφόρμες, έχουν να κερδίσουν κάτι από μονίμως θυμωμένους ανθρώπους. Ποιος χρειάζεται τους ανθρώπους μονίμως θυμωμένους, αφιονισμένους, ριζοσπαστικοποιημένους; Ο Τραμπ. Ο Πούτιν. Απανταχού λαϊκιστές, πολιτικοί, απατεώνες που πουλάνε μίσος, ρατσισμό, σεμινάρια πλουτισμού ή συμπληρώματα διατροφής, ή που αγοράζουν ψήφους.

Το νιώθετε όταν σας συμβαίνει αυτό; Το καταλαβαίνετε όταν σας το κάνουν; Καθώς το αίμα σας ανεβαίνει στο κεφάλι με το που διαβάζετε στα σόσιαλ μια νέα κι επαίχυντη πρόκληση στην αισθητική και τα πιστεύω σας, αντιλαμβάνεστε ότι εκείνη τη στιγμή, ένας αλγόριθμος και/ή κάποιος απατεώνας σας πατάει τα κουμπιά επίτηδες; Εκτός από οργισμένοι, πιεσμένοι, αμυνόμενοι κι ενάρετοι, αισθάνεστε και καθόλου θύμα;

Όλες και όλοι είμαστε ευάλωτοι σ’ αυτού του τύπου τη χειραγώγηση. Ό,τι άμυνες κι αν έχουμε αναπτύξει κατά τη διάρκεια της ζωής μας, είμαστε άνθρωποι, ατελείς και με φορτία στην πλάτη, ψυχολογικά και άλλα. Ευάλωτοι. Μα κάποιες και κάποιοι είναι πολύ πιο ευάλωτοι, με πολύ ασθενέστερες άμυνες, κι αυτό είναι κάτι που επίσης παρακολουθούμε μπροστά μας τα τελευταία είκοσι χρόνια. Ένας κόσμος που συνήθως στοιβάζουμε στα “δεξιά” του πολιτικού φάσματος, αλλά που στην πραγματικότητα πολύ γρήγορα αυτοτοποθετούνται εκτός κάθε φάσματος και κατηγοριοποίησης. Αυτοτοποθετούνται, αντίθετα, εκτός πραγματικότητας.

Σε άλλες χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Μυανμάρ ή η Βραζιλία άνθρωποι τέτοιοι έχουν ριζοσπαστικοποιηθεί απολύτως και ο χαμός τους είναι πλέον σχεδόν σίγουρα μη αναστρέψιμος. Μιλάμε για εκατομμύρια ανθρώπους. Με ζέση που προσομοιάζει των πιστών θρησκευτικών αιρέσεων, έχουν αποκολληθεί εντελώς από την αντικειμενική αλήθεια και ζουν σε ένα άλλο, παράλληλο σύμπαν γεμάτο παλαβές συνομωσίες και φανταστικούς εχθρούς. Ένα πράγμα τους οδήγησε εκεί: ο θυμός. Οι αλλεπάλληλες αφορμές για θυμό και για μίσος στις οθόνες τους. Ζωές ολόκληρες σπαταλημένες μέσα σε μια ανώφελη οργή για κάθε απίθανη αφορμή, από τα εμβόλια και τις μάσκες μέχρι το σε ποια τουαλέτα πάνε τα τρανς άτομα, κι από το τρέιλερ της “Μικρής Γοργόνας” και το DEI μέχρι τον αθλητή του φούτμπολ που τα ‘φτιαξε με την Τέιλορ Σουίφτ.

Είναι ένα φαινόμενο που το βλέπουμε και εδώ, κάθε μέρα. Μπορεί στη δική μας χώρα το ποσοστό του πληθυσμού που έχει αποκολληθεί από την πραγματικότητα και έχει χαθεί να είναι μικρότερο, αλλά κι εδώ θυμός υπάρχει, παντού. Με αφορμή κάθε είδηση που, ανάλογα με την ιδεολογία και την ταυτότητα του καθενός, μπορεί να πυροδοτεί εντελώς άλλα, διαφορετικά νεύρα. Αλλά και τον παραδοσιακό τρόπο που εξαγριώνει αυτούς τους ευαίσθητους, ευέξαπτους, εύφλεκτους κι ευάλωτους, που ξυπνούν και τρέχουν στις οθόνες έτοιμοι (ή, σπανιότερα, έτοιμες) να εκραγούν, φτάνει να διαβάσουν κάτι για μια ροζ σημαία/έργο τέχνης, ή για τα ομόφυλα ζευγάρια, ή για μια διαφήμιση σούπερ μάρκετ με ένα μπαμπά που το παιδάκι του βάφει τη μούρη με μακιγιάζ, ή για μια σειρά του Netflix που δείχνει το Δία μαύρο, ή για ένα κουτάκι γάλακτος που δείχνει ένα μπαμπά να δίνει γάλα στο παιδί του, ή για ένα ντοκιμαντέρ του Netflix που δείχνει το Μέγα Αλέξανδρο να φιλιέται με τον Ηφαιστείωνα. Να καταλαβαίνουν άραγε αυτοί οι άνθρωποι ότι εκείνη τη στιγμή κάποιος αλγόριθμος ή κάποιος απατεώνας τους χειρίζεται, τους κοροϊδεύει; Να το υποπτεύονται σε κάποιο επίπεδο; Ή μήπως είναι τόσο πηγαία κι έντονη η οργή, που τα καλύπτει και τα σβήνει όλα;

 

 

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή