Ο ξεχειλωμένος κουμπαράς

3' 35" χρόνος ανάγνωσης
Ακούστε το άρθρο

Οσοι έχουµε ξεπεράσει τα ογδόντα, δεν ακούγαμε μεγαλώνοντας τίποτα άλλο παρά για καθήκοντα. Το καθήκον να αγαπάμε και να σεβόμαστε τον πατέρα και τη μητέρα μας, το καθήκον να υπακούμε τους δασκάλους μας και να προκόβουμε στο σχολείο, το καθήκον να βοηθήσουμε τον πλησίον μας, το καθήκον να γίνουμε άνθρωποι χρήσιμοι στην κοινωνία, το καθήκον να υπηρετούμε την πατρίδα μας… Κοντολογίς, κάθε βήμα μας ήταν και η εκπλήρωση ενός καθήκοντος, με τη συνακόλουθη επιβράβευση ή την τιμωρία για την αβελτηρία μας.

Με τα χρόνια, στα καθήκοντα του παιδιού, μου προστέθηκαν τα καθήκοντα της συζύγου, της μητέρας, της υπαλλήλου, του μέλους της κοινωνίας, της φορολογουμένης… Oπότε πέρασα μια φάση αγανάκτησης, έχοντας πήξει από όλα αυτά τα καθήκοντα. Αυτή όμως δεν κράτησε πολύ. Γιατί μόλις άρχισαν οι γονείς μου να γερνούν, είδα και τον εαυτό μου γερασμένο να έχει την ανάγκη των παιδιών του και κατάλαβα πως το «καθήκον» είναι μια έννοια μαγική, που εξασφαλίζει και εξισορροπεί: εκπληρώνοντας τα καθήκοντά σου είναι σαν να βάζεις σ’ έναν κουμπαρά, απ’ όπου θα πάρεις πίσω όταν χρειαστείς. Κάτι σαν σύνταξη. Οσο περισσότερα μέλη μιας κοινωνίας κάνουν ευσυνείδητα τα καθήκοντά τους, τόσο καλύτερα ζει ο καθένας τους και επομένως το σύνολο γενικά. Το σύστημα δεν δούλευε τέλεια, αλλά τα κατάφερνε καλούτσικα με κάτι τέτοιους κουμπαράδες.

Συνέχισα λοιπόν αγογγύστως να εκπληρώνω καθήκοντα, μέχρις ότου μου έπεσε σαν κεραμίδα στο κεφάλι εκείνος ο κρίκος στο χείλος. Θα ήταν κάπου στις αρχές της δεκαετίας του 1980, όταν μια κοπέλα πήγε στο σχολείο της έχοντας περασμένο στο πάνω της χείλος έναν κρίκο. Είχε προηγηθεί η κατάργηση της ποδιάς, καθώς και του πηληκίου, της σφιχτής κοτσίδας και του κουρέματος των αγοριών με την ψιλή – όλα αυτά κινήσεις απελευθερώσεως που είχαν ενθουσιάσει πολλούς, καθώς και τις ψείρες. O κρίκος όμως στη μύτη θεωρήθηκε από τη δασκάλα απαράδεκτος, ο γυμνασιάρχης συμφώνησε και απέβαλε τη μαθήτρια, ορίζοντάς της να επανέλθει με τον κηδεμόνα της και χωρίς τον κρίκο.

Δεν ξέρω αν ο κηδεμόνας της μαθήτριας ήρθε στο σχολείο φορώντας κι εκείνος κρίκο στο πάνω χείλος του ή αν δεν ήρθε καθόλου, πάντως το κορίτσι γύρισε στα θρανία φορώντας το πρωτότυπο κόσμημά της κι ο γυμνασιάρχης πήρε δυσμενή μετάθεση. Δεν είχε αντιληφθεί, ο δυστυχής, ότι το να φορεί κρίκο στα χείλη ήταν δικαίωμα της μαθήτριας.

Η ιστορία αυτή με τάραξε. Ηξερα βέβαια πως έχουμε όλοι δικαιώματα, αλλά ήταν σχετικά λίγα – το δικαίωμα στη ζωή, στην ελευθερία και την ιδιοκτησία μας. Οι Αμερικανοί στην ανακήρυξη της ανεξαρτησίας τους είχαν προσθέσει και το «the pursuit of hapiness», την επιδίωξη της ευτυχίας, ισχυριζόμενοι μάλιστα πως τα δικαιώματα αυτά μας τα είχε δώσει ο Θεός. Μάλιστα. Τέσσερα ήταν όλα κι όλα και κανένα τους δεν μου δημιουργούσε πρόβλημα, μια και εύκολα αρμονίζονταν μ’ εκείνη την ιδέα του κουμπαρά, που έλεγα παραπάνω.

Αλλά δικαίωμα στον κρίκο!

Σύντομα εντούτοις κατάλαβα ότι ο κρίκος ήταν μοναχά ένα μικρό σύμπτωμα. Oλόγυρά μου, και δίχως να το καταλάβω, δικαιώματα είχαν ξεφυτρώσει πλήθος. Τώρα όλοι είχαν δικαίωμα στην εργασία, στην υγεία, στην τροφή, στην κατοικία, στην εκπαίδευση, στην ιατρική περίθαλψη, στη συμμετοχή στον πολιτισμό και σε πολλά άλλα, που είχαν γίνει μάλιστα και «ανθρώπινα». Αυτό δεν σημαίνει ότι περιορίζονταν στον άνθρωπο, αλλά ότι όλοι οι άνθρωποι παντού πάνω στη Γη έχουν τώρα αυτά τα δικαιώματα – χωρίς καθόλου να αποκλείεται να τα διεκδικήσουν αύριο και οι γάτες ή οι μαϊμούδες ή οι τσιπούρες.

Η πληροφορία αυτή με τάραξε. Τι άραγε έπρεπε να κάνω εγώ τώρα; Ποια θα ήταν στο εξής τα καθήκοντά μου, δηλαδή η συμβολή μου σ’ αυτόν τον κουμπαρά που είχε, ξαφνικά, φουσκώσει;

Και δεν έπαυε να φουσκώνει. Γιατί στα δικαιώματα αυτά περιλήφθηκε πλέον και το δικαίωμα να τα διεκδικούν οι άνθρωποι δυναμικά, είτε απευθείας οι ίδιοι είτε μέσω των «υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων» τους, στους οποίους επιφυλάσσεται το δικαίωμα να διαδηλώνουν οπλισμένοι με στειλιάρια και βόμβες μολότοφ, να τσακίζουν βιτρίνες, να σηκώνουν πεζοδρόμια, να κάνουν καταλήψεις δημοσίων χώρων –κυρίως μάλιστα σχολείων και πανεπιστημιακών κτιρίων–, το δικαίωμα να καταστρέφουν ή να σουφρώνουν πανάκριβο εκπαιδευτικό εξοπλισμό, το δικαίωμα να χτίζουν πότε πότε και κανέναν καθηγητή μέσα στο γραφείο του και πάντως το δικαίωμα να ρίχνονται συχνά πυκνά στους αστυνομικούς με κάθε λογής όπλο, προκειμένου να στείλουν στο νοσοκομείο ή στον άλλο κόσμο όσο περισσότερους από αυτούς μπορούν.

Εγώ όμως τώρα, μου λέτε πώς θα τα βγάλω πέρα έτσι που διαρκώς ξεχειλώνει αυτός ο κουμπαράς;

Η κ. Αθηνά Κακούρη είναι συγγραφέας.

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή